Μια νεραντζιά ανθίζει τώρα στη γειτονιά…

Η πρώτη μου επαφή με το εστιατόριο «Νεράντζι» ήταν πριν από λίγους μήνες, όταν περνώντας από την Μητροπόλεως, κόλλησε το βλέμμα μου σε ένα ανακαινισμένο νεοκλασικό κτίριο. Αν και ο δρόμος μου με πήγαινε κάπου αλλού, πέρασα στο απέναντι πεζοδρόμιο, για να δω τι ακριβώς ήταν αυτό και από ξεφύτρωσε το 2016. Εντυπωσιάστηκα, αμέσως, από το μέγεθος του χώρου και την αίσθηση της παλιάς αστικής Αθηνάς που απέπνεε. Σκέφτηκα κάποια στιγμή να το επισκεφτώ αλλά, τελικώς, το αμέλησα.

Την Παραμονή, όμως, των Χριστουγέννων και ενώ αναζητούσα τις τελευταίες ημέρες ένα εστιατόριο να δειπνήσουμε εορταστικά με την παρέα μου, έπεσα πάνω σε κάποιες φωτογραφίες του όμορφου εσωτερικού χώρου με το ασπρόμαυρο πάτωμα το οποίο μοιάζει με σκακιέρα και που από μικρή ηλικία, για κάποιο άγνωστο λόγο, το θεωρούσα στοιχείο μεγάλης πολυτέλειας.

Έτσι, λοιπόν, λίγο από περιέργεια, λίγο από τύχη, βρεθήκαμε στο «Νεράντζι».Ο χώρος είναι όντως μοναδικός. Τα χρωματιστά βιτρό, τα λευκά γύψινα, οι τοιχογραφίες, ο μεγαλοπρεπής πολυέλαιος, τα παλαιωμένα έπιπλα και η χάλκινη κουζίνα με ταξίδεψαν για λίγο στην «Νίκη» του Χρήστου Χωμενίδη, στην οποία περιγράφεται με γλαφυρότητα κάποιο εστιατόριο της παλιάς Αθήνας.

Στη συνέχεια, έφτασε η ώρα του χριστουγεννιάτικου μενού, το οποίο είχε επιιμεληθεί ο Έκτορας Μποτρίνι, ο οποίος, μάλιστα, ήταν ο πρώτος chef υψηλού επιπέδου που μου είχε κάνει εντύπωση το 2005, όταν γεύτηκα τις δημιουργίες του για πρώτη φορά.

Θα πρέπει, σε αυτό το σημείο, να παραδεχθώ, πως η σούπα από κάστανα και το μοσχάρι με ξεχασμένα λαχανικά και νύξεις σοκολάτας ήταν από τα ωραιότερα πιάτα που έχω δοκιμάσει. Φυσικά η γεύση είναι υποκειμενική και σίγουρα σχετίζεται και με το γενικότερο συναίσθημα που μας δημιουργεί μια γαστρονομική εμπειρία.

To μοναδικό άρωμα εποχής που χάιδευε τις αισθήσεις μου μέσα στο «Νεράντζι», μου θύμισε την αίσθηση που μου είχε γεννηθεί από τον μεγαλειώδη χώρο του «Gotham bar and grill» στην Νέα Υόρκη, το οποίο επισκέφτηκα πριν από αρκετά χρόνια, όπου chef ήταν ο διάσημος Alfred Portale. Και τότε, όμως, θυμάμαι, πως οι εικόνες που παρέλαυναν μπροστά στα μάτια μου, ήταν αυτές που μου προκάλεσαν τη μέγιστη ικανοποίηση.

Αυτές οι, κάπως, παρόμοιες εικόνες, στο ψηλοτάβανο εστιατόριο στην Μητροπόλεως, μπορώ να πω με σιγουριά, πως εν μέσω γενικότερης μιζέριας και κατήφειας, μπορούν να σου φτιάχνουν τη διάθεση. Το «Νεράντζι» είναι προσεγμένο, περιποιημένο, οικονομικό, ευγενικό, φωτεινό, αισιόδοξο και μας ταιριάζει.

 

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουν οι άνδρες, τα οποία σκέφτονται οι γυναίκες (Μέρος 1ο).

Διαβάζοντας κατά καιρούς άρθρα που αφορούν στον τέλειο άνδρα και τα χαρακτηριστικά του, είναι λογικό, ως επί το πλείστον, να με βρίσκουν σύμφωνη, καθότι κι εγώ ένα κορίτσι είμαι και θέλω να με έχουν τ’ αγόρια κορώνα στο κεφάλι τους.

Όμως, θέλοντας να διαφοροποιηθώ, αποφάσισα να φτιάξω κι εγώ μια δική μου λίστα, στην οποία θα συμπεριλάβω κάποια γνωρίσματα του ανδρικού φύλου εκτός του «καλός, τρυφερός και δυναμικός». Αυτά τα σύνθετα χαρακτηριστικά βασίζονται σε ενδελεχή μακρόχρονη έρευνα αλλά και πραγματικά γεγονότα. Τα ονόματα των ανδρών που συμμετέχουν στην καταγραφή έχουν παραληφθεί για να προστατευτούν οι πρωταγωνιστές, αλλά και ως ένδειξη σεβασμού προς όλους τους σπουδαίους άνδρες της ανθρωπότητας. Βάσει, λοιπόν, των συναναστροφών μου, έχω να παρατηρήσω τα εξής:

  • Ο άνδρας ο σωστός ξέρει να κάνει δουλειές και εμείς να φουσκώνουμε από υπερηφάνεια, όταν μας σώζει από «φυσικές» καταστροφές:

Θέλοντας να γίνω συγκεκριμένη αρκεί να αναφέρω, πως χθες το απόγευμα σήμανε συναγερμός στο σπίτι μου, όταν το μπαλκόνι πλημμύρισε με νερά τα οποία θα έπνιγαν σε λίγο ολόκληρη την Αττική. Υπήρξε μια κινητοποίηση από την πλευρά μου για να βρεθεί υδραυλικός μέσω social media. Σε λιγότερο από δέκα λεπτά είχα λάβει πέντε αριθμούς τηλεφώνων άξιων υδραυλικών από τρεις φίλες και δύο φίλους μου. Αποφάσισα, για πρώτη φορά, να μην εμπλέξω τους γονείς μου-αν και ο super Μπαμπάς μου είναι πρόθυμος να αντιμετωπίσει κάθε κατάσταση- και να βρω την άκρη μόνη μου. Και, όπως αποδείχθηκε, τα κατάφερα και ο κατακλυσμός κάποια στιγμή τελείωσε, αν και τα άμοιρα φυτά πνίγηκαν από το «υπερ-πότισμα» που τους επεφύλαξε το μανιακό αυτόματο μηχάνημα.

Στην αρχή, βέβαια, πρέπει να παραδεχθώ πως για λίγο πελάγωσα. Αναλογίστηκα, για άλλη μία φορά, αν αυτές είναι γυναικείες ή ανδρικές δουλειές και κατέληξα πως όσο κι αν θεωρώ πως έχω κοινά στοιχεία με τον Bob τον Μάστορα, θα πρέπει, τελικώς, ένας άνδρας να είναι και λίγο προκομμένος ή διαφορετικά να έχει τις σωστές άκρες με τους επαγγελματίες και να δίνει λύσεις. Από την πλευρά μου, άλλωστε, εγώ αλλάζω λάμπες- έχω συναντήσει άνδρα που δεν είχε αλλάξει ποτέ, ούτε σε πορτατίφ- κλαδεύω, ποτίζω- έχω συναναστραφεί άνδρα αλλεργικό που δεν πλησίαζε τα φυτά- πλένω αυλές- οκ, το καταλαβαίνω, είμαι ψυχαναγκαστική- αλλά όπως και να το κάνουμε, ο άντρας που ξέρει τι είναι το μπουζί και που βρίσκεται έχει άλλη χάρη. Εμένα, εν κατακλείδι, ο άνδρας που με έσωσε χθες, ήταν ο υδραυλικός που μου έστειλε η φίλη μου Νάνσυ.

  • Ο άνδρας ο σωστός δεν είναι Drama Queen και δείχνει το εκτόπισμα του με τις πράξεις του:

Μέσα στον απόλυτο σουρεαλισμό, είχα την σπάνια ευκαιρία να ζήσω μια δραματική έκφραση πόνου και πάθους από έναν σύντροφό μου σε μία τραγική στιγμή που εξελίχθηκε σε τραγελαφική. Έχοντας βγάλει τα εσώψυχα μου για άλλη μια φορά  και έχοντας αποφασίσει να προχωρήσω τη ζωή μου, χωρίς να ταλαιπωριέμαι άλλο, έκανα την θεατρική μου έξοδο λέγοντας «αντίο» και ταυτοχρόνως πως «δεν έχω άλλο χρόνο, γιατί πρέπει να πάω στην κηδεία μίας ηλικιωμένης γειτόνισσας».

Κι έτσι συνέβη. Μετά το τέλος της τελετής και αφού κατηφόριζα με το αυτοκίνητο από το κοιμητήριο, βλέπω μια γνώριμη μηχανή, να ανεβαίνει το βουνό. Φρενάρει μπροστά μου. Ανοίγω το παράθυρο και ρωτώ σαστισμένη: «Που πας;». Απαντά με λυγμούς: «Σε σένα! Σ’ αγαπάω». Κοιτάζω αριστερά- δεξιά, να δω αν υπάρχει το απαραίτητο κοινό να τον χειροκροτήσει. Ανάμεσα στα αυτοκίνητα των τεθλιμμένων συγγενών, πέρασε μόνο ένα κατσιασμένο γατί. Το αποτέλεσμα αυτής της κινηματογραφικής σκηνής- που ακόμα και σήμερα μου προκαλεί απορία για το που με ανακάλυψε ανάμεσα σε 58 νεκροταφεία που καταγράφονται στον Χρυσό Οδηγό- ήταν μια τρύπα στο νερό.

Επαναλαμβανόμενες συζητήσεις, κλασικές αναλύσεις με φίλους που οδηγούν σε διπλές ερμηνείες, απελπισμένα χτυπήματά κουδουνιών στην εξώπορτα για ημέρες και επιπλέον τζάμπα χρόνος ταλαιπωρίας. Πολύ δράμα για το τίποτα.

  • Ο άνδρας ο σωστός δεν χορεύει περισσότερο από τη σύντροφό του, εκτός και αν είναι ο Sergei Polunin:

Είμαι από τους ανθρώπους που διασκεδάζω και εκτονώνομαι αφάνταστα με το να χορεύω. Είμαι η κλασική περίπτωση, μαζί με άλλες δύο-τρεις φίλες, που πάντα ξεκινάμε πρώτες στα πάρτι και σταματάμε όταν οι γόβες μας, μας προδίδουν. Ακόμα και τώρα ως almost40something. Πριν από λίγα χρόνια, όμως, έζησα μια απίστευτα αμήχανη στιγμή, η οποιά σχετιζόταν με το χορό. Ένας ενδιαφερόμενος νέος, τότε, ήρθε σε ένα αποκριάτικο πάρτι στο οποίο βρισκόμουν, ντυμένος Ζορό.

Ως εκεί, η κατάσταση αντεχόταν. Οριακά βέβαια. Όταν, όμως, μέσα στον Ζορό ξύπνησε ο Τζον Τραβόλτα και ο μασκαρεμένος νέος άρχισε να τα δίνει όλα στην πίστα κουνώντας μπέρτα και σπαθί, ταυτοχρόνως, η κατάσταση ξέφυγε και η ψυχραιμία μου εξανεμίστηκε. Βλέποντας όλα τα party animals να σταματούν να χορεύουν και να τον κοιτάνε αποσβολωμένα, σκέφτηκα σοβαρά να αρχίσω να τρέχω με τα χρυσά τακούνια μου και να πέσω στις ρόδες όποιου φορτηγού έβρισκα μπροστά μου.

Το δράμα ολοκληρώθηκε, όταν εκείνος επέμεινε να με γυρίσει με τα πόδια στο σπίτι μου, ντυμένος, οριακά, σαν διαταραγμένος super ήρωας. Το αποτέλεσμα είναι, πως από εκείνη την ημέρα αλλάζω κανάλι, μόλις δω τον Αντόνιο Μπαντέρας στην τηλεόραση να υποδύεται τον μασκοφόρο μαύρο καβαλάρη, που μάχεται κατά της αδικίας και της καταπίεσης, φοβούμενη μην αρχίσει τις πιρουέτες, τα σπαγκάτ και τις ζεϊμπεκιές.

  • Ο άνδρας ο σωστός μας συνοδεύει, όντας κύριος, σε αυτά που μας αρέσουν -θέατρο, σινεμά, ωραία εστιατόρια- και εμείς τον ακολουθούμε με χαρά στις αθλοπαιδιές του και τον αποθεώνουμε:

Όπερ σημαίνει πως δεν γκρινιάζει στις παραστάσεις για τον πολύ κόσμο που περιμένει στην ουρά, δεν μαλώνει με την διπλάνη εξηντάχρονη κυρία στο σινεμά λες και είναι στο ΣΕΦ για να παρακολουθήσει τον Θρύλο και απολαμβάνει την ψητή πάπια με αφρό κάστανου και νουντλς μανιταριών πορτσίνι, χωρίς να αναφέρει στο ίδιο δείπνο τουλάχιστον τρεις φορές «πότε θα πάμε στον Μπαϊρακτάρη για σουβλάκια, γιατί νηστικοί θα μείνουμε;»

Αντιστοίχως και εμείς τιμάμε αυτά που του αρέσουν και τον θεοποιούμε. Όταν για παράδειγμα αυτός τρέχει στα βουνά, ακολουθούμε κι εμείς – έστω και με την ταχύτητα της Κοκκινοσκουφίτσας, καθώς μαζεύει λουλούδια- ευχόμενες να καταλήξουμε κάποια στιγμή για φαγητό στο καταφύγιο της Πάρνηθας. Επιπλέον, στην προσπάθειά μας, είναι σημαντικό ο σύντροφός μας, να μας τονώνει συχνά-πυκνά την αυτοπεποίθηση, που πέφτει, καθώς ανεβαίνουν οι σφυγμοί μας στα κατσάβραχα.

Άλλωστε, κι εμείς για εκείνον αγκομαχούμε και θέτουμε σε κίνδυνο την σωματική μας ακεραιότητα, όπως πρόσφατα έκανα κι εγώ, όταν έφαγα τα μούτρα μου στο ίσωμα, πέφτοντας φαρδιά πλατιά. Μάλιστα, εκείνη την ώρα αν και σκεφτόμουν σοβαρά να επισκεφτώ τα επείγοντα και να πάρω άδεια από τη δουλειά για ένα μήνα, εντούτοις για να καταφέρω να κάνω καλή εντύπωση στον υπεραθλητή και να δείξω πως είμαι ατρόμητη, ξεσκονίστηκα και συνέχισα το περπάτημα, κάνοντας την άνετη και βογκώντας εσωτερικά.

Η λίστα, φυσικά, αυτών που μας «φτιάχνουν» στους άνδρες δεν τελειώνει εδώ. Σύντομα θα επανέλθω με τα υπόλοιπα σημαντικά χαρακτηριστικά που «απαιτεί» μια almost40something, που σέβεται τον εαυτό της, έχει μεγαλώσει σε υγιές περιβάλλον, έχει γεμάτη ζωή, ξέρει τι της γίνεται και τρώει τα χρήματά της στο κομμωτήριο κάθε φορά που χωρίζει. Η γνώση, όπως έχει πει και ο Φράνσις Μπέικον, είναι δύναμη. Όσοι, λοιπόν, περισσότεροι άνδρες χρησιμοποιήσουν την παραπάνω γνώση και την εφαρμόσουν στην πράξη, προβλέπεται να ζήσουν ζωή χαρισάμενη δίπλα στις γυναίκες που επιθυμούν. Έπεται συνέχεια..

Ζητείται νεαρός που έχει στην κατοχή του ένα γοβάκι νούμερο 39

Πριν από κάποια χρόνια, ο φίλος μου ο Ευριπίδης, μετά από μια εξιστόρηση των, τότε, συναισθηματικών βιωμάτων μου, που περιείχαν έντονα στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, φαρσοκωμωδίας, περιπέτειας και βαρετού μελό, μου είχε στείλει στο τηλέφωνο το εξής μήνυμα: «Πέρνα καλά, χωρίς να ταράζεις τη ζωή σου. Δίνε στους ανθρώπους τη σημασία που τους αξίζει. Απόλαυσε ότι σου αρέσει χωρίς προσδοκίες. Ελεύθερη μέσα στα όρια που εσύ βάζεις. Θα έρθει και η νορμάλ φάση».

Διάβαζα και ξαναδιάβαζα το μήνυμα, μοιρολογώντας, όχι για τον χαμένο και -για μια ακόμη φορά- ατυχή, αλλά ελάχιστης σημασίας, έρωτα, όσο για την σκέψη πως αδυνατώ να ζήσω τη «νορμάλ φάση».

Εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσα να καταλάβω το γιατί. Πού ήταν το λάθος; Γιατί τραβούσα σαν μαγνήτης όλες τις «ιδιαίτερες» περιπτώσεις ανδρών; Μήπως εγώ, τελικώς, ήμουν μια ιδιάζουσα «κλινική περίπτωση»;

Και ενώ χτυπιόμουν στα πλακάκια και στο παρκέ, σαν μεγάλη καρετερίστα, ήμουν απολύτως, σίγουρη πως οι άντρες που συναντούσα ήταν εντελώς διαφορετικοί. Αν, όμως, ένας επιστήμονας αποφάσιζε να τους περάσει από ένα εργαστηριακό μικροσκόπιο θα παρατηρούσε πως κάτι, ενδεχομένως, κοινό υπήρχε στο DNA τους.

Άρα εγώ, με κάποια αξιοπερίεργη δική μου μέθοδο, η οποία θα έπρεπε να ερμηνεύεται στη γενετική- και ίσως να άξιζε και διεθνή αναγνώριση- επιζητούσα αυτές τις «ενδιαφέρουσες» περιπτώσεις. Το πώς και το γιατί, το κατάλαβα πολύ αργότερα μετά από ώρες προσωπικής ενδοσκόπησης και ψυχοθεραπείας.

Όλοι μας νιώθουμε, λοιπόν, μια ακαταμάχητη έλξη προς αυτό που έχουμε ζήσει στα παιδικά μας χρόνια. Χαρές, λύπες, μοναξιά, πληρότητα, απουσία, παρουσία. Το μοτίβο επαναλαμβάνεται με απόλυτη ακρίβεια.

Διαβάζοντας, μάλιστα, παλιότερα μηνύματα στο τηλέφωνο μου προς τις φίλες μου, παρατηρώ ένα συνεχές copy-paste σε βαθμό, οριακά, ανατριχιστικό.

Και αν εκείνες, ως επί το πλείστον, συνεχίζουν ν’ αναρωτιούνται, αν όλοι αυτοί οι άνδρες είναι μέλη κάποιας αίρεσης, που τους συναντώ στον λατρευτικό τους χώρο, εγώ πλέον, αναρωτιέμαι τι είδους πλύση εγκεφάλου έχω κάνει στον εαυτό μου και ακολουθώ πιστά τους θιασώτες αυτής της παράξενης αίρεσης, σαν να είμαι αξιαγάπητο, ζουμπουρλούδικο προβατάκι.

Όπως, άλλωστε, έλεγε σοφότατα και ο Ζαν Πωλ Σαρτρ «ο άνθρωπος είναι οι επιλογές του» και αν αυτό το παραδεχθούμε ως θεώρημα, θα καταλάβουμε πως έχουμε τον απόλυτο έλεγχο των επιλογών μας, αλλά και την αποκλειστική ευθύνη τους.

Με τη φίλη μου Ναυσικά χρησιμοποιούσαμε, πριν πολλά χρόνια, μια φράση, γεμάτη ειρωνεία, για να υποτιμούμε κάποιες συντρόφους ορισμένων ανδρών, τις οποίες δεν εγκρίναμε. «Ο κάθε άνδρας έχει δίπλα του τη γυναίκα που του αξίζει» λέγαμε και η κουβέντα ολοκληρωνόταν με χαιρέκακη ικανοποίηση.

Βέβαια, στην πραγματική ζωή, ας είμαστε ειλικρινείς, ισχύει ακριβώς και για τις γυναίκες, ότι ακριβώς ισχύει για τους άνδρες. Έστω, ότι δεν έχουμε δίπλα μας εκείνους που αξίζουμε, γιατί, τότε, αυτοί βρίσκονται στο πλευρό μας;

Μία φίλη, μου είχε αναφέρει, πως ένας δυνάστης σύντροφος της, της είχε πει κάποτε, πως δίπλα της γινόταν καλύτερος άνθρωπος κι εκείνη παρέμενε στη σχέση, ταΐζοντας την συναισθηματική πείνα της με βαρύγδουπες φράσεις σαν και αυτήν. Μετά από αρκετό καιρό, όμως, αντιλήφθηκε, πως δίπλα σ’ εκείνον γινόταν χειρότερος άνθρωπος για τον ίδιο της τον εαυτό.

Μήπως, λοιπόν, ήρθε ο καιρός να αρνηθούμε τις «τοξικές» επιλογές σε όλους τους τομείς της ζωής και να ζήσουμε με αυτούς που ξέρουν ν’ αγαπούν, όπως αγαπάμε. Είτε είναι οι φίλοι μας, είτε η οικογένεια μας.

Και ως προς τον σύντροφό μας, ας σταματήσουμε τις αναγκαστικές εκπτώσεις και ας διαλέξουμε μια haute couture δημιουργία, σαν αυτήν που έχουμε ονειρευτεί. Τι στο καλό, από κάπου θα εμφανιστεί εκείνος, είτε τώρα, είτε αργότερα στα ΚΑΠΗ, στα οποία, μάλιστα, έχω σκοπό να κάνω μεγάλο σαματά, τέτοια αλέγκρα που είμαι.

Η παγκόσμια ιστορία διδάσκει, πως όλα μπορούν να συμβούν, είτε καθαρίζεις ολημερίς και ολονυχτίς τις στάχτες του τζακιού της κακιάς μητριάς, είτε σου έχει κάτσει ένα κομμάτι μήλου στον οισοφάγο και πας για σίγουρο φούντο. Το βέβαιο είναι ένα. Αυτός ο κάποιος, που σου αξίζει, θα εμφανιστεί…

Τι απέγιναν τα κρυμμένα οικογενειακά συμπλέγματα της Μπέιμπι Τζέιν που θέλησαν να ελευθερωθούν;

Η Μπέιμπι Τζέιν ζει για πρώτη φορά πάνω στη σκηνή, τρομάζοντας τη θεατρική Αθήνα, με ένα κορυφαίο έργο γυναικείας εκδικητικότητας και κακίας. Κι εγώ μέσω αυτής, χθες βράδυ στο θέατρο Σφενδόνη, βίωσα την ξεχωριστή εμπειρία ενός θρίλερ που σε κρατά μονίμως σε αγωνία και ένταση. Το συναίσθημα του σφιξίματος στο στομάχι μου από φόβο μου ήταν γνώριμο παρακολουθώντας, κατά καιρούς, αντίστοιχης θεματολογίας ταινίες σε κάποια κινηματογραφική αίθουσα. Το να νιώθω όμως ταραχή παρακολουθώντας μια θεατρική παράσταση μου είχε συμβεί μόνο μία φορά.

Η πρώτη φορά που είχα αισθανθεί φόβο ήταν το 1993, όταν ήμουν ακόμη μαθήτρια, με τη μυστηριώδη «Γυναίκα με τα μαύρα» του Αλέκου Αλεξανδράκη και του Δάνη Κατρανίδη. Χθες, όμως, στο θέατρο Σφενδόνη έζησα κάτι διαφορετικό. Την «συναισθηματική διάδραση», μια αυθαίρετη έννοια, που μου γεννήθηκε σαν σκέψη μετά το τέλος της παράστασης. Το κύριο χαρακτηριστικό της έννοιας αυτής είναι η αμφίδρομη σχέση επιρροής μεταξύ των ηθοποιών και των θεατών, σε αντίθεση με τη μονόδρομη σχέση που προκαλεί μια ταινία στο σινεμά.

Για να γίνω πιο συγκεκριμένη, μου πέρασε τουλάχιστον δύο φορές από το μυαλό να σταματήσω την Μπέιμπι Τζέιν- Ρούλα Πατεράκη, να φωνάξω «βοήθεια!», να ανέβω στο υπνοδωμάτιο και να σώσω την Μπλανς Χάτσον- Ρένη Πιττακή που υπέφερε φρικτά μπροστά μου. Αισθανόμουν πως το διάστημα ανάμεσα σε μένα και τους ηθοποιούς είχε εκμηδενιστεί, καθώς τα γεγονότα διαδραματίζονταν σε απόσταση αναπνοής από τη θέση που βρισκόμουν. Η επιλογή του θεάτρου, της σκηνοθεσίας, του σκηνικού, των κοστουμιών, του μακιγιάζ, της μουσικής και φυσικά των ηθοποιών ήταν τόσο ακριβής, που ένιωθα σαν να μου είχε, μόλις, αποκαλυφθεί ένα ένοχο μυστικό, ένα φάντασμα το οποίο κρυβόταν, επιμελώς, στο διπλανό σπίτι που γειτονεύει με το δικό μου.

Την θρυλική ταινία του Ρόμπερτ Όλντριτς «Τι απέγινε η Μπέιμπι Τζέιν;» του 1962, που ήταν υποψήφια για πέντε Όσκαρ και σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία δεν την έχω δει. Πλέον, όμως, ξέρω πως θα την αναζητήσω τις επόμενες ημέρες, για να προσπαθήσω ν’ ανακαλύψω, πίσω από τις ατάκες, το ειλικρινές μίσος που έτρεφαν μεταξύ τους οι δύο διάσημες πρωταγωνίστριες. Η Μπέτι Ντέιβις, άλλωστε, δέχτηκε να συμπρωταγωνιστήσει με την αντίπαλο της Τζόαν Κρόφορντ στην ταινία, καταπνίγοντας τον εγωισμό της. Φυσικά οι δημιουργοί της ταινίας εκμεταλλεύτηκαν, εντέχνως, τις φήμες της εποχής γύρω από την έχθρα των δύο ηθοποιών, δίνοντας της μια ξεχωριστή διάσταση.

Ως προς την θεατρική Μπέιμπι Τζέιν, κάπου εκεί προστίθεται και η συμβολή της εταιρίας «Λυκόφως» που σε επίπεδο παραγωγής αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως ξέρει να κάνει πρωταθλητισμό, έχοντας παράξει τα τελευταία χρόνια μερικές από τις αγαπημένες μου παραστάσεις, όπως: τον «Φάουστ», την «Κατερίνα» και το «Όταν έκλαψε ο Νίτσε». Μόλις φέτος τον Σεπτέμβριο, λοιπόν, απελευθερώθηκαν τα δικαιώματα της θεατρικής διασκευής του μυθιστορήματος και του σεναρίου της ταινίας, από τον συγγραφέα Χένρυ Φάρελ, κι έτσι για πρώτη φορά παρακολουθούμε ένα έργο υψηλής αισθητικής και σπουδαίας υποκριτικής μαεστρίας πριν, μάλιστα, από τις αντίστοιχες πρεμιέρες του έργου στο Λονδίνο και την Αμερική.

Στο έργο- ψυχολογικό θρίλερ,  οι δύο πρωταγωνίστριες έπειθαν απολύτως ως δύο ηλικιωμένες αδερφές, πρώην σταρ της αμερικανικής showbiz. Η αυταρχική και διαταραγμένη Τζέιν Χάντσον-Ρούλα Πατεράκη, ένα πρώην παιδί-θαύμα που χάθηκε πρόωρα και η αδελφή της, ιέρεια του Χόλυγουντ Μπλανς Χάντσον- Ρένη Πιττακή, η οποία είδε το λαμπερό της άστρο να σβήνει ύστερα από ένα μυστηριώδες τροχαίο που της προκάλεσε αναπηρία. Πρέπει να επισημάνω, πως η Ρένη Πιττακή εκπέμπει ακόμη τον ίδιο μαγνητισμό με εκείνον που ένιωσα όταν την πρωτοείδα ως Βιρτζίνια Γουλφ στο Θέατρο Τέχνης πριν περίπου είκοσι χρόνια.

Για τις δύο αδερφές η παρακμή ζει και βασιλεύει μέσα στο παρηκμασμένο σπίτι τους, καθώς η θλιβερή Τζέιν, εκτρέπεται σε ένα φρικτό σαδιστικό παιχνίδι, σε σημείο τέτοιο που με έκανε να αναρωτιέμαι για την σωματική αντοχή των δύο ηθοποιών.

Και μετά από όλο αυτόν τον αλληλοσπαραγμό έρχεται το τέλος. Η κάθαρση τους. Έτσι όπως το χιόνι έπεφτε από ψηλά στα πρόσωπα τους, ένιωσα πως οι δύο γυναίκες λυτρώθηκαν, αυτομάτως, από τα δεσμά του παρελθόντος, από τα οικογενειακά συμπλέγματα και από τους ίδιους τους τους εαυτούς που τις κρατούσαν φυλακισμένες.

Κι όταν τα φώτα έσβησαν σκέφτηκα πως αυτές οι δύο ισοπεδωμένες αδερφές, η Τζέιν και η Μπλανς, η Ρούλα και η Ρένη, είχαν σωθεί  μια για πάντα από την παραφροσύνη που έζησαν. Έμοιαζαν, καθώς υποκλίνονταν στο θερμό χειροκρότημα του κοινού, να αισθάνονται δικαιωμένες. Πρόσεξα, μάλιστα, πως η Ρούλα Πατεράκη τράβηξε με χαριτωμένη παιδικότητα το χέρι της Ρένης Πιττακή για να ξαναβγούν στη σκηνή απολαμβάνοντας τα χειροκροτήματα. Στο τέλος της έκλεισε το μάτι με μια γλυκιά αθωότητα, σαν να της έλεγε: «τα καταφέραμε!». Κι όντως τα είχαν καταφέρει. Η Τζέιν και η Μπλανς μπόρεσαν, ολοκληρώνοντας το θεοσκότεινο ταξίδι της ύπαρξης τους, να υποκλιθούν μαζί στο κοινό. Κάτι που σίγουρα θα επιθυμούσαν, ενδόμυχα, σε όλη την κατεστραμμένη ζωή τους. Οι δύο σπουδαίες Ελληνίδες ηθοποιοί κατάφεραν να φέρουν στο τέλος του έργου τις δύο πληγωμένες αδερφές κοντά. Κάτι που δεν κατάφεραν ποτέ η Μπέτι Ντέιβις και η Τζόαν Κρόφορντ…

Posted in See

Τι ακριβώς θέλεις να είσαι στη ζωή σου; Πρωταγωνίστρια ή κομπάρσος;

Ας ξεκινήσουμε κάπως εορταστικά και ας πατήσουμε, αν χρειαστεί, τα γκάζια σιγά-σιγά. Κατ’ αρχάς καλή μας χρονιά και όλα όσα επιθυμούμε ας μπουν επιτέλους σε σειρά και ας αρχίσουν να πραγματοποιούνται, εν αντιθέσει με παρόμοια ζητούμενα ετών του παρελθόντος. Είμαστε, πλέον, αρκετά μεγάλα κορίτσια για να γνωρίζουμε τι ακριβώς θέλουμε και ταυτοχρόνως  ακόμα μικρά για να απολαμβάνουμε τη ζωή με διάθεση παιδικού πάρτι.

Άλλωστε, το 2017 μπήκε δυναμικά και ζητά από εμάς να αντιμετωπίσουμε πολλά και διαφορετικής θεματολογίας ζητήματα: λιτότητα, αυξήσεις στα καύσιμα, τον καφέ, το ειδικό τέλος στη σταθερή τηλεφωνία, τα συναινετικά διαζύγια που θα αυξηθούν, μιας και θα εκδίδονται ακόμη πιο γρήγορα, τις αλλαγές στο ασφαλιστικό τοπίο, αλλά και τον–αξιαγάπητο κατα τ’ άλλα- Άγιο Βασίλη που υπάρχει περίπτωση να έκανε λάθος στα κουδούνια της πολυκατοικίας και να παρέδωσε τον τέλειο άνδρα- υπερδώρο που ζήτησα προ ημερών, στην κα. Μαίρη στο διπλανό διαμέρισμα.

Η νέα χρονιά δεν θα είναι όμως, απαραιτήτως, δυσοίωνη. Μας καλωσόρισε, αν ήμασταν λίγο τυχεροί, αγκαλιά με τους αγαπημένους μας, να γελάμε και να ανταλλάσσουμε φιλιά. Μας βρήκε να πεισμώνουμε με την μιζέρια και να αποφασίζουμε πως μόνο με αισιοδοξες σκέψεις και δυναμικές πράξεις θα τα καταφέρουμε.

Και ανάμεσα σε όλα αυτά φύτρωσε στο κεφάλι μου ανήμερα την Πρωτοχρονιά μια νέα θεωρία. Ας αποφασίσουμε, όλοι μας, για το νέο έτος, ποιος ακριβώς θέλουμε να είναι ο ρόλος μας στην ταινία της ζωής μας, που το σενάριό της το γράφουμε μόνο εμείς. Επιθυμούμε να είμαστε πρωταγωνιστές ή κομπάρσοι; Και δεν εννοώ, φυσικά, πως είναι αναγκαίο να έχουμε πάντα- σώνει και καλά- τον πρώτο ρόλο στις εξελίξεις που τρέχουν.

Στη κανονική ζωή μπορούμε άλλες φορές να ηγούμαστε και άλλες φορές να επιλέγουμε να ακολουθήσουμε αυτούς που ηγούνται. Και οι δύο περιπτώσεις είναι μία χαρά. Δεν υπάρχει κανένας, απολύτως, λόγος να σηκώνουμε τη σημαία της επανάστασης και να προσποιούμαστε, συνεχώς, τον Κολοκοτρώνη.

Μπορούμε να είμαστε «κι έτσι και αλλιώς». Όπως, άλλωστε, πράττουμε και όταν απολαμβάνουμε ένα φαγητό. Είτε αυτό είναι ένα πιάτο gourmet, είτε είναι junk food. Και τα δύο διαφορετικά είδη είναι καλοδεχούμενα και με τις σωστές αναλογίες, μας προκαλούν μέγιστη ευφορία.

Τα πράγματα, όμως, μπερδεύονται, κάπως, όταν δεν έχουμε ξεκαθαρίσει μέσα μας, ποιος ακριβώς είναι ο ρόλος μας στη δική μας ζωή. Στις αποφάσεις μας. Δεν μπορεί από τη μία να διεκδικούμε να έχουμε τον πρώτο ρόλο, έχοντας άποψη για τα πάντα, να θέλουμε να πατάμε στα πόδια μας, να γνωρίζουμε τι μας κάνει χαρούμενες και τελικώς, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να γινόμαστε ετερόφωτοι κομπάρσοι.

Δεν είναι λογικό, από τη μία, να πιστεύουμε στον εαυτό μας και από την άλλη να μη θέτουμε τα όρια μας στον ίδιο μας τον εαυτό. Όπως, για παράδειγμα, σε ένα παιδί ξεκαθαρίζουμε  εξ’ αρχής πως «αυτό εγώ δεν το επιτρέπω» θα πρέπει να μπορούμε να κάνουμε το ίδιο στην οικογένεια μας, τη δουλειά μας, τους φίλους, αλλά και τους συντρόφους μας. Να θέσουμε, δηλαδή, από την αρχή τα όρια μας μέσα στα οποία θα ζήσουμε ευτυχισμένες.

Συζητώντας τις τελευταίες ημέρες με τις φίλες μου, που οι περισσότερες είναι παντρεμένες με ένα-δύο-τρία παιδιά και οι πολύ λιγότερες είναι ανύπαντρες, καταλήγουμε πως αυτά τα όρια βοηθούν στο να προχωράμε και να εξελισσόμαστε σε όλους τους τομείς. Ένας σύντροφος, για παράδειγμα, ο οποίος είναι απότομος και ερειστικός, δεν αξίζει την αγάπη μας. Ένας εργοδότης που δεν μας εκτιμά, δεν είναι άξιος της δικής μας εκτίμησης.

Το θέμα, βέβαια, είναι πως κι εμείς, ίσως λόγω ανασφάλειας και χαμηλής αυτοεκτίμησης, δείχνουμε να μην μπορούμε να στηρίξουμε τα «θέλω» μας. Μία γυναίκα που γνωρίζει τι ζητά από τη ζωή, δεν μπορεί να κάνει εκπτώσεις που την υποτιμούν. Δεν μπορεί από πρωταγωνίστρια να γίνεται κομπάρσος και να επιτρέπει αρνητικές συμπεριφορές. Πρέπει να αποζητά τον σεβασμό και να τον βιώνει. Πρέπει να είναι ήρεμη να ανθίσει και όχι να ζητιανεύει μια γλυκιά κουβέντα για να ποτιστεί.

Στην περίπτωση των σχέσεων, η φίλη μου η Ναυσικά, μου είχε πει πριν από χρόνια, σχολιάζοντας κάποιους άνδρες και τη στάση τους στη ζωή, πως «κάτι τέτοιους εγώ τους έχω για breakfast». Θυμάμαι, γελούσαμε ατελείωτα με την φράση αυτή, αλλά ήμασταν όμως και είκοσι χρόνια νεότερες. Πλέον, πιστεύω πως αντί για πρωινό, κάποιοι άνδρες μπορούν να κάνουν το στομάχι μας κόμπο που να μοιάζει περισσότερο με Πασχαλινό κοκορέτσι, παρά με αβγά benedict. Όμως ακόμα και σε αυτούς είναι δική μας υποχρέωση να εξηγήσουμε ήρεμα και ξεκάθαρα, τι έχουμε ανάγκη.

Κατά καιρούς, σκεπτόμενη κάποιες σχέσεις μου σαν να ήταν σενάρια από ταινίες στο σινεμά, συνειδητοποιώ με θλίψη πως θα είχαν, δυστυχώς, αναμενόμενη πλοκή. Θα ήταν από αυτά τα έργα που οι θεατές, ναι μεν συγκινούνται λίγο και χαζογελούν, αλλά στο τέλος βαριούνται και ξεστομίζουν ατάκες του τύπου: «Δεν επιλέγαμε να δούμε καλύτερα το Star Wars, αντί να βλέπουμε ένα ζευγάρι που ζει πιο ξενέρωτες και προβλέψιμες στιγμές από αυτές στις ταινίες του Χιου Γκραντ». Με τρόμο, λοιπόν, η ζωή μου να θυμίζει τέτοια γλυκανάλατη ρομαντική κομεντί με κριτική 1,5 αστέρι, θα πάρω επιτέλους την πρωτοβουλία να πρωταγωνιστήσω στην δική μου ταινία ζωής μέχρι το φινάλε, όπως θεωρώ πως μου αξίζει.

Τελειώνοντας και αφού θα υποστηρίξω μέχρι τελευταίας ρανίδος την αξιοπρέπεια μου, σκέφτομαι πολύ σοβαρά απόψε –και αφού ανέλυσα όλα τα παραπάνω- να καλέσω τηλεφωνικά το μέντιουμ Λέλα Κορυδαλλού, γιατί όπως είδα χθες βράδυ σε διαφήμιση, σε «τριτοτέταρτο» κανάλι, μπορεί και να μου δώσει μια πιο επιστημονική άποψη για τα θέματα που με απασχολούν: «Ανησυχείς για το μέλλον σου; Χρειάζεσαι απαντήσεις- λύσεις; Η Λέλα Κορυδαλλού γνωρίζει και είναι δίπλα σου». Να είναι καλά, λοιπόν, η κα. Λέλα που θέλει να με βγάλει από τη δύσκολη θέση να ταλαιπωρηθώ βάζοντας τα θέματα μου σε μια σειρά. Να είμαι καλά, όμως, κι εγώ που δεν θυμάμαι το τηλέφωνο της και τελικώς θα κάτσω να σκεφτώ για μένα.

 

 

 

Πόσο βαθιά μέσα μας βρίσκεται το κλειδί της χρυσής κλειδαρότρυπας;

Όταν ήμουν μικρή είχα την τύχη η μητέρα μου να με πηγαίνει συχνά στο θέατρο ΠΟΡΤΑ, όπου παρακολουθούσα στην αρχή με περιέργεια και αργότερα με δέος τις παραστάσεις της Ξένιας Καλογεροπούλου.

Θυμάμαι ακόμα και τώρα την παράσταση του «Οδυσσεβάχ», που μεταξύ άλλων με οδήγησε στο συμπέρασμα, πως ο Οδυσσέας είναι ο πιο σπουδαίος- γοητευτικός άνδρας όλων των εποχών.

Λίγο αργότερα έγραψα την πρώτη μου θεατρική κριτική στην εφημερίδα της Πέμπτης Δημοτικού «Ελεύθερη Σκέψη», που αφορούσε στην παράσταση «ο Μιχάλης ο Σφυρίχτρας».

Ως παιδάκι, επιπλέον, άρχισα να παίζω σε παραστάσεις από την Τρίτη Δημοτικού, αρχικά στις διακοπές μου και αμέσως μετά σε μια υπέροχη –και για πάντα ξεχωριστή στην καρδιά μου- ερασιτεχνική ομάδα, της οποίας η σκηνοθέτης Λένα Γεωργιάδου μας γνώρισε τον Μπρεχτ και τον «Κυκλο με την Κιμωλία», σε διασκευή για παιδιά, στην ηλικία των 8 ετών.

Αποτέλεσμα όλης αυτής της περιφερειακής αλλά ουσιαστικής ενασχόλησης μου με το θέατρο, ήταν να συγκαταλέγω επισήμως τον εαυτό μου στο θεατρόφιλο -φανατικό- κοινό.

Πλέον, αν και έχω μεγαλώσει, εξακολουθώ να αγαπώ πολύ το παιδικό θέατρο και όποτε μπορώ, παίρνω μαζί μου κάποιες φορές -ίσως για να έχω και ένα άλλοθι- και άλλες φορές «ψιλοσέρνω»- καθότι είναι και εννιάχρονο αγόρι- τον ανιψιό μου.

Έτσι, μέσα στις γιορτές βρεθήκαμε τα δυο μας στο θέατρο OLVIO για να παρακολουθήσουμε την παράσταση μουσικού θεάτρου «O Ζητιάνος και η Χρυσή Κλειδαρότρυπα», που βασίζεται στο ομότιτλο παραμύθι της Μαριβίτας Γραμματικάκη, το οποίο διδάσκεται, ως πρότυπο κλασικού παραμυθιού, στην Παιδαγωγική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Και όντως είναι κλασικό και ταυτοχρόνως ένα σύγχρονο παραμύθι με όμορφα νοήματα γύρω από το ταξίδι αυτογνωσίας, το οποίο καταλήγει στην κάθαρση.

Πάνω στην σκηνή, τραγουδιστές, χορευτές και ηθοποιοί, υπό την ευρηματική σκηνοθετική επιμέλεια της -δικής μας- Λένας Γεωργιάδου και τέσσερις εξαιρετικοί μουσικοί με ενορχηστρωτή τον Γιώργο Περιστέρη, δίνουν ρυθμό, μελωδίες, κίνηση, χρώμα, χαρακτήρα, συναίσθημα και ζωντανεύουν τo παραμυθένιο-παραμύθι που μοιάζει με παλιά ιστορία, η οποία μας συντροφεύει από τα δικά μας παιδικά χρόνια.

Το έργο μιλά για μια παράξενη χρυσή κλειδαρότρυπα, όπου οι άνθρωποι έβλεπαν μέσα από αυτήν για λίγα μόνο λεπτά τα όνειρά τους. Σε αυτή την κλειδαρότρυπα είδε κι ένας ζητιάνος τα όνειρα και τις επιθυμίες του. Έτσι αποφάσισε να βρει το κλειδί που θα την άνοιγε. Πήγε στον άρχοντα της πολιτείας και του ζήτησε το κλειδί. Ο άρχοντας, όμως, του απάντησε, πως για να πάρει το κλειδί, πρέπει πρώτα να περάσει από τρεις δύσκολες δοκιμασίες. Μετά από πολύ αγώνα ο ζητιάνος κατάφερε και τις πέρασε όλες με επιτυχία. Μέσα από την προσπάθειά του, έμαθε να βλέπει πίσω από αυτά που φαίνονται, να ακούει πίσω από αυτά που ακούγονται, μα πάνω απ’ όλα, έμαθε να αγαπάει. Το κλειδί της χρυσής κλειδαρότρυπας το είχε ήδη αποκτήσει και δε χρειάστηκε να του το δώσει κανείς…Κι εκεί κάπου έπεφτε η αυλαία.

Όμως, το παραμύθι στο θέατρο OLVIO δεν τελείωσε στην σκηνή, αλλά ταξίδεψε και στις θέσεις των μικρών θεατών. Λίγο πριν μπω στην αίθουσα παρατήρησα μια ομάδα παιδιών δίπλα μου, που αδημονούσαν να παρακολουθήσουν το έργο. Συνοδεύονταν από κάποιες νέες γυναίκες που μιλούσαν Αγγλικά.Τα παιδάκια αυτά υπέθεσα πως μιλούσαν μεταξύ τους Αραβικά. Αναρωτήθηκα πως θα καταλάβαιναν το παραμύθι…

Κι όμως το κατάλαβαν και χειροκρότησαν στο τέλος της παράστασης με ενθουσιασμό. Βγαίνοντας έξω ρώτησα και έμαθα πως τα παιδιά αυτά ήταν προσφυγόπουλα που ζουν στον Ελαιώνα και έρχονται -φιλοξενούμενα από το θέατρο- με τις συνοδούς τους, για να παρακολουθήσουν την παιδική μουσική παράσταση.

Δεν ξέρω ποιος σκέφτηκε αυτήν την όμορφη ιδέα, αλλά είμαι σίγουρη πως αν εκείνα τα παιδιά κοιτάξουν μέσα στην χρυσή κλειδαρότρυπα, θα δούν σίγουρα ανάμεσα στα όνειρα τους, τους συντελεστές αυτής της παράστασης που τους θύμησαν με τον πιο γλυκό τρόπο, πως το χρυσό κλειδί της ευτυχίας το έχει ο καθένας μέσα του και μπορεί να το αποκτήσει, ακόμα κι αν το ταξίδι του περνάει μέσα από τον Ελαιώνα.

Posted in See