Ξυπνάς μέσα μου… τη Μάνα μου!

Μεγαλώνοντας και έχοντας σπαταλήσει με φίλους άπειρες ώρες σε ατέρμονες συζητήσεις γύρω από τα σχεσιακά, παρατηρώ, πως σχεδόν όλα τα θέματα που μας βασανίζουν- τόσο άνδρες, όσο και γυναίκες- σχετίζονται, τελικώς, με τα πρότυπα, που είχαμε την τύχη ή την ατυχία να κληρώσει η ζωή για εμάς. Κοινώς, όλα στροβιλίζονται γύρω από δύο βασικότατους πλανήτες των οποίων εμείς είμαστε δορυφόροι. Τους γονείς μας.

Εννοείται, βέβαια, πως ούτε που μπορούσα να φανταστώ, όταν ήμουν μικρότερη, ότι μια μέρα θα αρχίσω να μοιάζω στη συμπεριφορά με τη Μαμά μου ή θα αποζητώ για σύντροφο κάποιον σαν τον Μπαμπά μου. Όσο, λοιπόν, ήμουν μικρή και άμυαλη, ήλπιζα πως μια μέρα θα «γλυτώσω» από εκείνους και τον έλεγχο τους, κάνοντας ότι μου κατεβαίνει στο κεφάλι. Μα του κάκου! Κάτι τέτοιο, φυσικά και δεν ισχύει για κανέναν από εμάς. Ακόμα κι αν νομίζεις, δηλαδή, πως ξέμπλεξες και απογαλακτίστηκες, «πλανάσαι πλάνην οικτράν».

Μάλιστα, βλέποντας τις φίλες μου που έχουν παιδιά, παρατηρώ, πως αν και εκείνες προσπαθούν ν’ ακολουθήσουν τις σύγχρονες μεθόδους διαπαιδαγώγησης, τελικώς συχνά επιλέγουν τις παραδοσιακές μεθόδους που ακολούθησαν οι μανάδες τους, τις οποίες, μάλιστα, τόσο έχουν επικρίνει στο παρελθόν.

Επιπλέον, σκέφτομαι πως η παροιμία «δείξε μου τον φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι», αν και σαφώς είναι εύστοχη, θα έπρεπε, αν θέλαμε ν’ αποκτήσει ουσιαστική σημασία, να την διαφοροποιήσουμε σε «δείξε μου την Μάνα σου, να σου πω, τι θα γίνεις» ή «δείξε μου τον Πατέρα σου, να σου πω, τι θα κάνεις στη ζωή σου».

Είναι, λοιπόν, ολοφάνερο, κάνοντας μια ενδοσκόπηση, πως θα ανακαλύψουμε πως πράττουμε ότι έχουμε διδαχθεί ή «κολλήσει» -σαν κάποια παιδική ασθένεια- από το σπίτι μας. Και το καλύτερο είναι, πως, όλα αυτά, εμείς θα τα διαιωνίζουμε, έως ότου πνιγούμε από το λιώσιμο των πάγων στην Αρκτική.

Για να γίνω περισσότερο συγκεκριμένη και λιγότερο θεωρητική, αξίζει ν’ αναφέρω, πως ως προς το ανδρικό φύλο, έχω συναντήσει στην ζωή μου νευρικούς άνδρες, έτοιμους μονίμως για «τσαμπουκά», οι οποίοι είχαν μεγαλώσει δίπλα σε μαμάδες που «για ψύλλου πήδημα», υστερίαζαν για να κάνουν, αισθητή την παρουσία τους. Έχω γνωρίζει άνδρες φοβικούς και καθόλου φιλόδοξους, που προέρχονταν από σπίτια, τα οποία τους υπενθύμιζαν συνεχώς πόσο «λίγοι ήταν», σε οτιδήποτε κι αν έκαναν. Έχω συναναστραφεί άνδρες αντικοινωνικούς, που μεγάλωναν απομονωμένοι και αποστειρωμένοι σε σπίτια, που θύμιζαν ταινία του Γιώργου Λάνθιμου, αλλά κι από την άλλη, έχω συναντήσει άνδρες νάρκισσους, που γαλουχήθηκαν από Μαμάδες, που δεν χαλούσαν χατίρια και τους έκαναν να αισθάνονται σαν Ημίθεοι.

Και αυτές είναι μόνο κάποιες λίγες περιπτώσεις. Αυτοί, λοιπόν, οι άνδρες μεγαλώνοντας, καλούνται από την κοινωνία να διαμορφώσουν αυτόνομες προσωπικότητες και να ανοίξουν τα φτερά τους, κάτι που τελικώς αποδεικνύεται κομματάκι δύσκολο, μιας και στην πραγματικότητα κουβαλούν τα βάρη των γονιών τους, που τους κρατούν στη γη.

Τα ίδια ισχύουν, όμως, και για τις γυναίκες. Πολλά από τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά τους, σχετίζονται με τους γονείς τους. Εγώ για παράδειγμα, είμαι οργανωτική, απαιτητική, απόλυτη, ανυπόμονη και ολίγον εκνευριστική. Ταυτοχρόνως, όμως είμαι φιλική, δοτική και συναισθηματική. Αυτά και πολλά άλλα, τα κληρονόμησα – ήθελα, δεν ήθελα- μαζί με το ταπεραμέντο, σίγουρα από τη Μαμά μου. Από τον Μπαμπά μου κληρονόμησα, εκτός από την ακεραιότητά του, τη διάθεση να γνωρίσω τον κόσμο, αλλά και μια δυσκολία στην επιλογή συντρόφων, καθότι η αναγκαστική -λόγω δουλειάς- απουσία του, με οδηγούσε σχεδόν πάντα σε απόντες άνδρες.

Συν τοις άλλοις, παρατηρώντας από μερική απόσταση τόσο τη ζωή μου, όσο και άλλων γυναικών, συνειδητοποιώ, πως αν και σχεδόν όλες επιθυμούμε τη μητρότητα, όλο και πιο συχνά επιλέγουμε, για πιθανούς πατέρες των παιδιών μας, άνδρες, εντελώς, ακατάλληλους για τον συγκεκριμένο ρόλο. Κι εκεί γεννάται μία ακόμη απορία: «η κότα έκανε το αβγό, ή το αβγό την κότα;». Ή αλλιώς «επιθυμούμε παιδί και τελικώς, βρίσκουμε τον άνδρα ή βρίσκουμε τον άνδρα και τελικώς, επιθυμούμε παιδί;»

Αν το καλοσκεφτούμε, λοιπόν, τα θέματα συντροφικότητας, συμβίωσης και εξέλιξης, αποτελούν ένα σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Έστω, ότι εμείς κουβαλάμε τα «θέματα» των γονιών μας και οι πιθανοί σύντροφοι των δικών τους, πού ακριβώς θα μπορέσουν αυτές οι δύο παράλληλες ζωές- που αποτελούνται και από το DNA προηγούμενων γενιών – να βρουν σημεία ταύτισης, που θα οδηγήσουν στη σύμπλευση;

Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση μυρίζει μπαρούτι και απαιτεί μεγάλη ψυχραιμία, ειδικά όταν ενδέχεται σε μία σχέση να ακουστούν φράσεις- από αμφότερες τις πλευρές- του τύπου: «Ίδιος-ίδια με τη Μάνα σου είσαι!», «τι περιμένεις; Αδιάφορος σαν τον μπαμπά του», «εγώ δεν είμαι ο Μπαμπάς σου, να σου κάνω τα χατίρια», «είσαι Μαμάκιας!», «ίδιος Πατερούλης…», «Πήγαινε στη Μάνα σου, αν δεν σου αρέσει», αλλά και «μου θυμίζεις τη Μάνα μου, γι’ αυτό σ’ αγαπάω»…

Πάντως αντιλαμβάνομαι, πως οι γονείς, όσο «μπάχαλο» κι αν τα έχουν κάνει, είναι ένας εύκολος στόχος. Και, φυσικά, γνωρίζoυμε, πως αν και δεν θέλουμε να γίνουμε σαν κι εκείνους, που εννοείται μας την «σπάνε», κανείς δεν έχει το δικαίωμα να τους βρίζει, εκτός από εμάς. Και μεταξύ μας, κάποιο μικρούτσικο καλό θα έχουν κάνει και αυτοί. Με όσα καταλάβαιναν και όσα μπορούσαν, βάσει των συνθηκών και της εποχής που μεγάλωσαν.

Και στο κάτω-κάτω, το θέμα είναι τι έχουμε επιλέξει εμείς να κάνουμε με τις ζωές μας και όχι μόνο τι μας παρέδωσαν οι προηγούμενοι. Αν, για παράδειγμα, οι γονείς σου, σου έχουν κληροδοτήσει ένα χωράφι, οφείλεις ν’ αποφασίσεις πως θα το διαχειριστείς. Θα το καλλιεργήσεις, ώστε ν’ αποδώσει τα μέγιστα, ή θα το αφήσεις να ξεραθεί;

Τέλος, θα ήθελα να αναφέρω, πως αν και πιστεύω ακράδαντα, πως Μάνα γίνεσαι και δεν γεννιέσαι, το τελευταίο διάστημα ανακάλυψα, με έκπληξη, πως ενδεχομένως, αν και δεν έχω γίνει Μαμά, ίσως να έχω γεννηθεί ως τέτοια. Φιλοξενώντας, εδώ και μερικές ημέρες στο σπίτι μου, την φίλη μου τη Τζένη, συνειδητοποίησα το πόσο εύκολα μπορείς να μεταλλαχθείς από ελεύθερη, χωρίς υποχρεώσεις γυναίκα, σε μία φανατική Μάνα με αϋπνίες. Και για να μη με τρώει η αγωνία, της ξηγήθηκα για να μη πέσω στα ηρεμιστικά. «Αν για οποιοδήποτε λόγο αργείς παραπάνω από αυτό που είχες υπολογίσει, θα με ενημερώνεις. Αλλιώς, θα βαρεθείς να βλέπεις το όνομα μου στην οθόνη του κινητού σου!!!». Η απάντηση της ήταν αποστομωτική: «Ούτε η Μαμά μου δεν κάνει έτσι…». Κοινώς, το «το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον!».

Όταν μόνο ο “Αύγουστος” δεν αρκεί, για να ζεστάνει τους ανθρώπους.

Για όλους εμάς, Αύγουστος σημαίνει διακοπές. Σημαίνει θάλασσα, νησιά, καταστρώματα, καλαμαράκια, άμμος που κολλάει στο δέρμα, καρπούζι, διάβασμα στην παραλία, μεσημεριανή σιέστα, θερινό σινεμά, ανεβασμένη διάθεση και έρωτες.

Τον Αύγουστο όλα είναι φωτεινά, σαν τον καυτό ήλιο, αλμυρά σαν τη θαλασσινό νερό και δροσερά σαν τα παγάκια στους φρέσκους χυμούς. Στο μυαλό μας, αυτός ο μήνας υπόσχεται ξεκούραση, ανανέωση, επανεκκίνηση. Και, επιπλέον, τον Αύγουστο η ψυχή μας δεν χειμωνιάζει.

Όλα τα παραπάνω, αν είμαστε τυχεροί, συμβαίνουν στις δικές μας ζωές. Στην Οκλαχόμα, όμως, στον «Αύγουστο» του Tracy Letts, όπου οι τρεις κόρες της οικογένειας Γουέστον συγκεντρώνονται στο σπίτι των γονιών τους, αναζητώντας μαζί με τους κοντινούς συγγενείς τον πατέρα τους, ο οποίος έχει να δώσει σημάδια ζωής για μέρες, οι υψηλές θερμοκρασίες της εποχής ξυπνούν μια τεράστια κακοκαιρία στις ψυχές της οικογένειας.

Έτσι, πριν από λίγες ημέρες, οι ίδιες εναλλαγές διάθεσης μεταφέρθηκαν και στην δική μου ψυχή, παρακολουθώντας στο θέατρο «Δημήτρης Χορν», τον «Αύγουστο» που σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης. Ένα έργο που σε προκαλεί να χαμογελάσεις, να γελάσεις, να σιωπήσεις, να σκεφτείς και να δακρύζεις. Ότι δηλαδή σε καλεί να κάνεις και η ίδια η ζωή.

Σκεφτόμουν, το πώς θα μπορούσα να περιγράψω αυτά που συνέβαιναν στο θεάτρο Χορν και τότε «προσγειώθηκε» στο μυαλό μου η γαλλική φράση: Crème de la crème. Ή αλλιώς, παραφράζοντας λίγο την φράση του Κουν, μια κορυφαία, θεατρικής ποιότητας, αφρόκρεμα «κάνει θέατρο για τις ψυχές μας».

Σπουδαίοι ηθοποιοί σε άψογα μελετημένες ερμηνείες και κορυφαίες στιγμές. Ένα υπέροχο cast, το οποίο περιλαμβάνει και μια συγκλονιστική Μαρία Πρωτόπαππα, που δεν μοιάζει να υποκρίνεται κανένα ρόλο, αλλά τον ζει αληθινά, σε σημείο που με έκανε να νιώσω, πως γνωρίζω προσωπικά την Μπάρμπαρα, μιας και θα μπορούσε να είναι φίλη, ξαδέρφη, αδερφή μου.

Κι εγώ, για άλλη μία φορά, επέλεξα να δω- έχοντας εξ’ αρχής θετική προδιάθεση για το αποτέλεσμα, όπως όταν επιλέγεις βιβλία ενός αγαπημένου σου συγγραφέα – μια παράσταση που σκηνοθετεί ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης και όντως, η εξέλιξη επί σκηνής δικαίωσε την διαίσθηση μου.

Πρέπει, άλλωστε, να παραδεχθώ, πως τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ γοητευμένη τις παραστάσεις που αποφασίζει, εκείνος, να ανεβάσει, αναγνωρίζοντας, πως αφιερώνει σε αυτές πολύ χρόνο και σκέψη για την κάθε λεπτομέρεια, όπως τα σκηνικά, η μουσική, οι φωτισμοί, τα κοστούμια.

Επιπλέον παρατηρώ, πως ο Μαρκουλάκης αγαπά πολύ τα έργα που μιλούν για τις σχέσεις, που διαμορφώνονται μέσα στις οικογένειες, κάποιες από τις οποίες είναι φαινομενικά φυσιολογικές -«Θεός της Σφαγής», «Για όνομα»- άλλες νοσούν δραματικά -«Πουπουλένιος» κι άλλες παρουσιάζουν έντονα στοιχεία δυσλειτουργικότητας- «Αύγουστος».

Και το κοινό, όμως, δείχνει ν’ αγαπά αυτά τα έργα. Άλλωστε, όλα όσα γράφτηκαν, κατά καιρούς, για τις σχέσεις που διαμορφώνονται μέσα στις οικογένειες, άγγιζαν ανέκαθεν τους θεατές, μιας και τους έφερναν στο μυαλό «οικεία κακά». Από τον «Θηβαϊκο Κύκλο» και «τον Οίκο των Ατρειδών», όλες οι μεγάλες τραγωδίες ξεκινούν μέσα σε μια οικογένεια. Αυτήν την μικρή, κλειστή κοινωνία, που τελικώς, διαμορφώνει και τις κοινωνίες στις οποίες ζούμε.

Το έργο του Letts- μια δραματική κωμωδία- είναι η τοιχογραφία μίας αμερικανικής οικογένειας, που θα μπορούσε κάλλιστα να περιγράφει μια ελληνική οικογένεια, σαν αυτές στις οποίες όλοι έχουμε μεγαλώσει. Αγάπη, νοιάξιμο, καταπίεση, ανασφάλειες, μυστικά, αγωνίες, προβλήματα, παρεμβατικότητα, τραύματα, θυμός, ένταση και πάλι αγάπη, καταπίεση και «φτου από την αρχή».

Κάπως έτσι, καθώς ετοιμάζεται το τραπέζι κι ενώ η οικογένεια συγκεντρώνεται, ο σπαραγμός ξεκινά. Τα κρυμμένα μυστικά, που άρχισαν σιγά-σιγά ν’ αποκαλύπτονται μου θύμισαν, προς στιγμήν, την «Οικογενειακή Γιορτή», όπου τότε ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, ως πρωταγωνιστής αποκάλυπτε ένα φρικτό οικογενειακό μυστικό, σε μια οικογένεια, όπου η αποστασιοποίηση και η κοινωνική υποκρισία, κυριαρχούσε έναντι της «προβληματικής» αγάπης της οικογένειας Γουέστον.

Ο Μαρκουλάκης ως σκηνοθέτης, με απόλυτη ακρίβεια -όπως πάντα άλλωστε- αναδεικνύει τόσο την τραγική, όσο και την κωμική διάσταση των ηρώων. Ο ίδιος, έχει αποβάλει τον ναρκισσισμό του ηθοποιού, αναλαμβάνοντας τον ρόλο του «πατέρα» που καθοδηγεί και στηρίζει, χωρίς να καταπίνει τους άξιους συντελεστές. Χρησιμοποιώντας τα καλύτερα «υλικά», ετοίμασε μία «gourmet» παράσταση, όχι μόνο για εκπαιδευμένους ουρανίσκους. Κι αυτό έχει τεράστια σημασία. Το γεγονός, δηλαδή, ό,τι απευθύνεται και δημιουργεί υψηλή τέχνη για τους πολλούς.

Κι εκεί στο τέλος της παράστασης, σκεπτόμενη τι μπορεί να επιφυλάσσει η ζωή στον καθένα από εμάς, μου ήρθε στο μυαλό ο μελαγχολικός στίχος από τον «Αυγουστο του Νίκου Παπάζογλου «φυλάξου για το τέλος θα μου πεις»…

Ή όπως γράφει και ο Tracey Letts: «Θεέ μου, δόξα τω Θεώ που δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον. Δεν θα σηκωνόμασταν από το κρεβάτι».

 

 

 

 

 

 

Posted in See

Κι ετσι όπως μπαίνει απ’ τα παράθυρα το φως, χαίρω πολύ μου λέει ο καινούργιος μου εαυτός.

 

 

Και κάποια στιγμή έρχεται και η Δευτέρα. Η γνωστή «Δευτέρα κάτι έχω- την Τρίτη δεν αντέχω». Καταφθάνει πάντα μετά από το Σαββατοκύριακο. Οριοθετεί την αρχή της εβδομάδας- αν και κανονικά πρώτη μέρα της, θεωρείται η Κυριακή- και σηματοδοτεί τη διάθεσή μας. Κοινώς μας ρίχνει στα πατώματα και μας οδηγεί σε στιγμές θλίψης και μελαγχολίας. Μας θυμίζει: την πρώτη ώρα «Αρχαία» στο σχολείο, τις δίαιτες, τις σοβαρές αποφάσεις, το πρωινό ξύπνημα, το πρώτο meeting της εβδομάδας, το σχολικό των παιδιών και γενικότερα, παντός είδους επιστροφή στην καθημερινότητα. Και το βασικότερο μας επισημαίνει, πως έχουμε μπροστά μας, ακόμη πέντε ημέρες, μέχρι να γελάσει λίγο το χειλάκι μας.

Όπως, λοιπόν, οι Δευτέρες δυσκολεύουν μικρούς και μεγάλους με την ύπαρξη τους, έτσι και τα Σαββατοκύριακα προκαλούν αγαλλίαση στην ψυχή. Είναι οι δύο ημέρες που έχουν τοποθετηθεί σοφά στο τέλος της εβδομάδας, για να μας δώσουν μία ώθηση ν’ αντέξουμε μέχρι τις καλοκαιρινές διακοπές μας.

Είναι κοινώς αποδεκτό, πως η διασκέδαση είναι μια σημαντική διαδικασία στη ζωή μας. Μας προσφέρει εκτόνωση, μας βοηθά να ξεφύγουμε από την ρουτίνα… και μας ρίχνει τέζα στο κρεβάτι για δύο συνεχόμενες ημέρες. Τουλάχιστον δύο. Όπερ σημαίνει, πως αν είσαι μια almost40something και το «ρίξεις» λίγο έξω, είσαι τελειωμένη για τις επόμενες ημέρες του μήνα, μιας και το σώμα σου αρνείται να υπακούσει, όπως τα παλιότερα χρόνια.

Όταν είσαι είκοσι ετών, μερικές ώρες ανάπαυλας αρκούν για να γίνεις περδίκι. Κάτι σαν την ταινία «Εξολοθρευτής», όπου οι άνθρωποι-ρομπότ που πυροβολούνται, επανέρχονται σε χρόνο DT στην αρχική τους μορφή. Αντιθέτως, στα almost40something, δεν επανέρχεσαι με τίποτα στην αρχική σου κατάσταση, ακόμη και αν είχες πέσει κάποτε, στο βαρέλι με το αθάνατο νερό.

Επιπλέον παρατηρώ, ότι μεγαλώνοντας, το να διασκεδάζεις με την καρδιά σου δεν είναι το πιο σύνηθες, μιας και αυτό το χαρακτηριστικό φαίνεται να το έχουν «καβατζάρει», χωρίς να ενδιαφέρονται για πιθανές κριτικές -εν αντιθέσει με εμάς- οι μικρότερες ηλικίες.

Σκέφτομαι, πως όλο και περισσότεροι συνομήλικοι μου νιώθουν ενοχικά, όταν περνάνε καλά. Αγωνιούν για το αν θα γίνουν αποδέκτες κακόβουλων σχολίων. Έτσι στο τέλος φτάνουμε, όλοι εμείς, να αυτοπεριοριζόμαστε, φοβούμενοι το πώς μας βλέπουν οι δυσοίωνοι γύρω μας. Αυτοί, λοιπόν, οι «άλλοι», οι οποίοι αποκτούν σημαντικό χώρο στο κεφάλι μας, βρίσκονται παντού και ανά πάσα στιγμή- εφόσον εμείς το επιτρέπουμε- κατοικοεδρεύουν μέσα στο σπίτι μας, στις ντουλάπες μας, στην κουζίνα μας, στο μυαλό μας. Κοινώς κρίνουν, επικρίνουν, κατακρίνουν.

Όσο σύνθετα, λοιπόν, είναι τα πράγματα στη ζωή, άλλο τόσο απλά είναι. Προσωπικά ως almost40something, παραδέχομαι πως τον τελευταίο μήνα είχα την ανάγκη, τη διάθεση και την τύχη, να διασκεδάσω έντονα, να χαλαρώσω και τελικώς να γελάσω πολύ, όπως οι 20something και οι 30something.

Βρέθηκα αρχικά σε γενέθλιο party, στο οποίο χόρεψα με αγαπημένους μέχρι, να με προδώσουν οι δύστυχες πατούσες μου. Ταξίδεψα με φίλους- aller-retour- για πρώτη φορά στη ζωή μου, για να διασκεδάσουμε εκτός Αθηνών και «ερμήνευσα» με πάθος όλα τα σουξέ της γενιάς μου, με την αεικίνητη- αειθαλή- «Απόλυτη», όπως λέει και ο συνάδελφος Σάκης, Άννα Βίσση, που τα έδινε όλα επί σκηνής, με την super μπάντα της.

Και κάπου εκεί, ξεσαλώνοντας και γκαρίζοντας παράφωνα το «Δώδεκα», από τον αναπαυτικό καναπέ, στον οποίο είχα σωριαστεί εξαντλημένη, συνειδητοποίησα, πως αυτές οι στιγμές διασκέδασης, μας βοηθούν ν’ απαλύνουμε τις στρεσογόνες καταστάσεις της καθημερινότητας και να χαλαρώσουμε.

Άλλωστε, σύμφωνα με την ερμηνεία της λέξης, διασκέδαση σημαίνει: κομματιάζω και πετώ μακριά τα θρύμματα του άγχους και της στεναχώριας. Και αυτό έχω σκοπό να κάνω. Κάθε μέρα που ζω και για πάντα. Μαθαίνοντας να μην επηρεάζομαι από τοξικούς ανθρώπους και επιλέγοντας να συναναστρέφομαι ανθρώπους, που θέλουν να με βλέπουν να χαμογελώ.

Δεν υπάρχει κανένας, απολύτως, λόγος να επιτρέπουμε στον οποιοδήποτε να έχει άποψη και να την εκφράζει για το που, πως, πότε έχουμε επιλέξει να ζήσουμε; Και γιατί, άλλωστε, να μπούμε στη διαδικασία ν’ απολογηθούμε για τις επιλογές μας; Ας πορευτούμε, λοιπόν, όπως επιθυμούμε. Άλλωστε, μόλις κλείσει η πόρτα του σπιτιού μας, το βράδυ, όλοι αυτοί που έχουν άποψη, βρίσκονται μακριά, ως φυσικές παρουσίες και εμείς είμαστε πλέον μόνοι, αντιμέτωποι με τον εαυτό μας. Αυτός ο εαυτός μας, ο οποίος θα μας κάνει για πάντα παρέα, θα πρέπει, επομένως, να μας αρέσει. Ας τον κακομάθουμε, επομένως, λιγάκι, κάνοντας του τα χατίρια και δίνοντας του την ευκαιρία να ξεσκάσει.

Και γι’ αυτούς που αναρωτιούνται που βρίσκουμε την όρεξη να περνάμε καλά… Get a life!! Ή όπως θα έλεγε και η «Απόλυτη»:

«Είναι επιλογή μου, έτσι θέλω.

Εγώ το διάλεξα, εγώ το αποφάσισα.

Κανένας δεν μπορεί να μου πει τι θα κάνω.

Κανένας δεν μπορεί να μου πει πως θα ζήσω»

Ποιος τολμά να «εξημερώσει την Στρίγγλα»;

Σύμφωνα με τα ερμηνευτικά λεξικά, μια γυναίκα με πολύ άσχημο χαρακτήρα, η οποία είναι ταυτοχρόνως κακιά και δύστροπη, χαρακτηρίζεται ως στρίγγλα. Σύμφωνα, όμως, με τον Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, η ίδια αυτή στρίγγλα θα μπορούσε άνετα να μεταμορφωθεί σε αρνάκι, αν βρισκόταν δίπλα της ο κατάλληλος άνδρας.

Αυτά υποστήριζε ο σπουδαίος συγγραφέας, κάπου στις αρχές του 1590, γράφοντας την ιστορία ενός νέου από την Βερόνα, του Πετρούκιου, οποίος παντρεύεται την μεγαλύτερη στρίγγλα της Πάντοβα, την Κατερίνα, ούτως ώστε να πάρει την προίκα της, αλλά στο τέλος φτάνει να την ερωτευτεί, αλλά και να την «εξημερώσει».

Μεταφέροντας την ιστορία του Σαίξπηρ στο 2017, παρατηρούμε πως όλο και περισσότερες στρίγγλες ζουν ανάμεσα μας, μάλλον, ελλείψει ανδρών, που θα μπορούσαν να μεριμνήσουν για την «εξημέρωση» τους.

Έστω, λοιπόν, ότι αποδέχομαι πως είμαι και εγώ μια από αυτές. Τις δύστροπες, δύσκολες και λίγο ανάποδες γυναίκες. Μία στρίγγλα, δηλαδή, με περικεφαλαία.

Και έστω, ότι η προίκα μου – πνευματική και συναισθηματική – είναι σημαντικότερης αξίας από αυτήν της Κατερίνας – την υλική- αλλά, παρ’ όλα αυτά, λόγω του ότι είμαι αφάνταστα εκνευριστική, κανείς δεν θέλει να σχετιστεί μαζί μου και, ίσως, να με παντρευτεί, σαν την Κατερίνα από την Πάντοβα.

Ας υποθέσουμε, λοιπόν, πως τρέφομαι με τις φωνές, τους καβγάδες και τα νευρά. Κάτι, όμως, που φυσικά δεν ισχύει, καθότι δεν θα με χαρακτήριζα – ακόμη και στα χειρότερα μου- τόσο διαταραγμένη. Στην πραγματικότητα, αγαπώ την αυτονομία μου, έχω εμπεριστατωμένη άποψη και ενδεχομένως να είμαι και ολίγον απόλυτη.

Πού είναι, όμως, ο Πετρούκιος- που μου αντιστοιχεί – ο οποίος τυράννησε την Κατερίνα, μέχρι να του είναι πια πλήρως υποταγμένη, μη δίνοντας σημασία στον δύσκολο χαρακτήρα της -αν αποδεχθούμε, βέβαια, πως κι εγώ έχω ένα αντίστοιχο προφίλ με την ηρωίδα του Σαίξπηρ;

Μήπως, πλέον, στην σύγχρονη εποχή οι άνδρες τυραννούν τις Κατερίνες, χωρίς να έχουν κάποιον ιδιαίτερο στόχο ως προς εκείνες και μήπως, τελικώς, όλες εμείς οι Κατερίνες, αναζητούμε άνδρες που δεν μπορούν κατά βάθος να μας «εξημερώσουν»;

Μήπως θα έπρεπε να επιτρέψουμε στους δυναμικούς χαρακτήρες μας να ξαποστάσουν και να αποδεχθούμε μια κατάπαυση πυρών;

Και, φυσικά, δεν μιλώ για μια πλήρη υποταγή. Δεν εννοώ, φυσικά, τον εξαναγκασμό, ούτε την επιβολή. Αναφέρομαι στη δημιουργία μιας αμφίδρομης εμπιστοσύνης ανάμεσα σε έναν άνδρα και μία γυναίκα, αλλά και στη διαμόρφωση μίας υπεύθυνης στάσης εκείνου που μας επιθυμεί να μας «εξημερώσει».

Κάπως σαν αυτό που περιέγραφε η αλεπού στον Μικρό Πρίγκιπα, του Σαιντ- Εξυπερύ:

«-Ποια είσαι συ; είπε ο μικρός πρίγκιπας. Είσαι πολύ όμορφη…

-Είμαι μια αλεπού, είπε η αλεπού.

-Έλα να παίξεις μαζί μου, της πρότεινε ο μικρός πρίγκιπας.

-Είμαι τόσο λυπημένος …

-Δεν μπορώ να παίξω μαζί σου, είπε η αλεπού, δεν είμαι εξημερωμένη.

-Α! συγνώμη, έκανε ο μικρός πρίγκιπας. Μα, αφού σκέφτηκε λίγο, πρόσθεσε:

-Τι πάει να πει «εξημερωμένη»;

(….)

-Είναι κάτι ξεχασμένο για τα καλά, τώρα πια, είπε η αλεπού. Αυτό σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς».

-Δημιουργώ δεσμούς;

-Ναι, βέβαια, είπε η αλεπού. Για μένα εσύ δεν είσαι ακόμη παρά ένα αγοράκι όμοιο με εκατό χιλιάδες άλλα μικρά αγόρια. Και δεν έχω την ανάγκη σου. Κι εσύ το ίδιο δεν έχεις την ανάγκη μου. Για σένα, δεν είμαι παρά μια αλεπού όμοια με εκατό χιλιάδες άλλες αλεπούδες. Μα, αν εσύ με εξημερώσεις, θα ‘χουμε ανάγκη ο ένας τον άλλο. Θα ‘σαι για μένα μοναδικός στον κόσμο. Θα ‘μαι για σένα μοναδική στον κόσμο».

Υπό αυτή την έννοια, αποδέχομαι πλήρως την ανάγκη, η οποία πηγάζει από μέσα μου και αναζητά εκείνον που θα με «μεταμορφώσει» σε αρνάκι, παρ’ όλο που με μια πρώτη ανάγνωση, δεν είναι και τόσο σαφές, για να το αντιληφθεί κάποιος. Αναζητώ όμως, όπως πολλές άλλες γυναίκες, τον άνδρα που μπορεί να δημιουργήσει ουσιαστικούς δεσμούς και να είναι πιστός σε αυτούς. Επιθυμώ εκείνον που θα με πείσει, πως δεν χρειάζεται να υποδύομαι, ανεάως, την Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα.

Οι ειδικοί, άλλωστε, υποστηρίζουν, ότι εισπράττουμε από τους άλλους την συμπεριφορά που ανεχόμαστε. Άρα αν θέσουμε από την αρχή τα όρια μας, ως προς την συμπεριφορές που μπορούμε να δεχθούμε, στο μέλλον οι άνδρες που μας περιτριγυρίζουν θα κατανοήσουν σιγά-σιγά πώς επιθυμούμε να μας αντιμετωπίζουν.

Θα πρέπει, όμως, να εξηγήσουμε το σκεπτικό μας πρώτα στον ίδιο μας τον εαυτό, μακριά από ψυχολογικές και συναισθηματικές φορτίσεις. Τι ακριβώς επιθυμούμε;

Αν αυτό που επιθυμούμε είναι να συναντήσουμε έναν Πετρούκιο, ο οποίος θα μας απαλλάξει από τα πολεμοχαρή χαρακτηριστικά μας, γιατί συναναστρεφόμαστε άνδρες φοβικούς με τους μπαμπούλες, που κρύβουν μέσα τους, όντες αδύναμοι να «εξημερώσουν» την ίδια τους τη ζωή;

Κι από την άλλη, ποιος είπε πώς μόνο ένας θηριοδαμαστής θα μπορούσε να επιβιώσει δίπλα μας;

Στην πραγματικότητα το μόνο που ονειρευόμαστε είναι, να αφήσουμε τις όποιες ύαινες να κοιμούνται μέσα μας και εμείς να γουργουρίσουμε σαν χνουδωτές γάτες, απολαμβάνοντας τ’ αμέτρητα χάδια, έχοντας κρυμμένα τα νύχια μας, έως ότου προκύψει ουσιαστική ανάγκη.

Κι όμως ένας χιονιάς εκεί έξω, μπορεί να φέρει την Άνοιξη στην ψυχή.

Μοιάζει με ένα ακραίο καιρικό φαινόμενο, που περιγράφεται σ’ ένα έκτακτο δελτίο ειδήσεων, αυτό που συμβαίνει πλέον τις Δευτέρες και τις Τρίτες στον Κεραμεικό. Ο βαρύς πολικός χειμώνας από τις Ρωσικές Στέπες, έχει μεταφερθεί στη σκηνή του θεάτρου «Κατερίνα Βασιλάκου» και υπεύθυνος γι’ αυτήν τη μετεωρολογική βόμβα είναι ο Γιώργος Νανούρης.

Ένας πολυσχιδής καλλιτέχνης, ο οποίος μπήκε, αρχικά, στη ζωή μας ως ηθοποιός, αλλά στη συνέχεια αποφάσισε να «ταράξει» εμάς τους θεατρόφιλους, ως σκηνοθέτης.

Στη φαρέτρα του φαίνεται πως κρύβει πολλά βέλη. Στην αρχή ήταν η «Κατερίνα» του Κορτώ και της Λένας Παπαληγούρα, των 40.000 και πλέον θεατών, αργότερα ο Ξαρχάκος με τη Μαρινέλλα στη «Σονάτα του σεληνόφωτος», ακολούθησε η Χάρις Αλεξίου σε ένα μοναδικά συγκινητικό και αληθινό δραματοποιημένο αυτοβιογραφικό κείμενο. Τώρα ήρθε η στιγμή να συναντήσει τον Τολστόι.

Ο Γιώργος Νανούρης με κάνει να πιστεύω, πως πρέπει ν’ αγαπά πολύ τον γραπτό λόγο. Ως απόφοιτος, άλλωστε, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών, πρέπει να συνάντησε στο δρόμο του σπουδαία κείμενα. Μοιάζει σαν να διάβαζε και να διαβάζει πολύ.

Υποθέτω πως λατρεύει να δημιουργεί συνέχεια εικόνες στο μυαλό του. Μοιάζει σαν να πρόκειται για ένα δικό του παιχνίδι ή κάποιο στοίχημα, κατά το οποίο προσπαθεί να μεταφέρει τα ποιήματα, τις νουβέλες και τα διηγήματα, στη θεατρική σκηνή, δημιουργώντας ζωντανούς ζωγραφικούς πίνακες. Ίσως να θέλει να μοιραστεί με όλους μας, τα δικά του όνειρα κι γι ‘αυτό μεταφέρει έναν φαντασιακό κόσμο πάνω στο σανίδι.

Δεν αναζητά έργα γραμμένα σε θεατρική δομή, τα οποία, μερικές φορές, περιλαμβάνουν ακόμα και τις σκηνοθετικές οδηγίες του συγγραφέα. Αναζητά κείμενα που νιώθει πως κρύβουν μυστικά, τα οποία προσπαθεί να τα αποκαλύψει εκείνος με τη σκηνοθετική ματιά του, αναδεικνύοντας τα και βγάζοντας τα στην επιφάνεια.

Μέσα σε μόλις 70 λεπτά η νουβέλα του Τολστόι «Αφέντης και Δούλος» την οποία έγραψε ο συγγραφέας από το 1894-1895, κατάφερε να ζωντανέψει σε ένα λιτό, ψυχρό σκηνικό, καθώς το πυκνό χιόνι έπεφτε σχεδόν στα κεφάλια μας και ο αγέρας σφύριζε στ’ αυτιά μας.

Σύντομα, μάλιστα, άρχισα να νιώθω παγιδευμένη στη χιονοθύελλα του ρωσικού χειμώνα, ζώντας την αληθοφανή φρίκη που βίωναν οι ήρωες, η οποία ενισχυόταν από τις δυνατές ερμηνείες, τη μουσική του Λόλεκ, τους ήχους, τα σκηνικά και τους φωτισμούς του Χρήστου Τζιόγκα.

Σκέφτηκα πως έχοντας δει και άλλες δουλείες του, είμαι βέβαιη πως ο Γιώργος Νανούρης, μπορεί, με ελάχιστα αντικείμενα, να σε μεταφέρει σε οποιοδήποτε περιβάλλον, δημιουργώντας εξαίσιες παραστάσεις. Επιπλέον, λατρεύει τις σκιές. Αυτές που υπάρχουν γύρω μας, αλλά και μέσα μας. Μάλιστα, κατά τη γνώμη μου, μοιάζει με εικαστικό καλλιτέχνη, που αναζητά το ιδανικό φως για την τέλεια αποτύπωση σε έναν καμβά ή μια φωτογραφία.

Δίπλα του, στη Ρωσία 1870, έχει για αφέντη τον Δημήτρη Λιγνάδη, ο οποίος γίνεται ο τέλειος συνοδοιπόρος του πάνω στην σκηνή. Μαζί, άψογα χορογραφημένοι ως προς την κίνηση και τον λόγο, ακολουθούν την δύσκολη πορεία του αφέντη και του δούλου μέσα στην παγωμένη νύχτα. Όμως χωρίς, τελικώς, να το γνωρίζουν, ακολουθούν μια διαφορετική πορεία. Αυτήν προς το νόημα της ζωής.

Οι δύο άντρες εξ’ αιτίας της χιονοθύελλας βρίσκονται μόνοι και ανυπεράσπιστοι μπροστά στους κινδύνους της μανιασμένης φύσης. Κι ενώ αρχικά ο αφέντης προσπαθεί να σώσει τον εαυτό του, αφήνοντας τον δούλο αβοήθητο, εκεί μέσα στο σκοτάδι και το κρύο του Χειμώνα, ξάφνου η Άνοιξη ακουμπά απρόσμενα την ψυχή του αφέντη και τον αναγεννά.

Ο σκληρός, αδίστακτος, με μοναδικό κίνητρο το κέρδος, προνομιούχος, θυσιάζεται κατά τη διάρκεια της φριχτής νύχτας, για τον πάντα πρόθυμο δούλο του, αλλάζοντας την κοσμοθεωρία της ύπαρξης του και ανταλλάσσοντας τον νέο του εαυτό, με την ίδια του τη ζωή.

Εκεί στο δραματικό φινάλε, σαν μια κατακλείδα, ο Γιώργος Νανούρης χρησιμοποιεί εύστοχα τους στίχους του Ελληνοκύπριου ποιητή Κώστας Μόντη, για να μας θυμίσει κάτι που μπορεί να μην ταίριαζε για τα υλικά αγαθά που διεκδικούσε ο αφέντης μια ζωή, σίγουρα όμως χαρακτήριζε τα αισθήματα που επέδειξε στο τέλος, αποδεικνύοντας τον ουσιαστικό πλούτο του:

«Περίεργο πράγμα η καρδιά.

Όσο τη σπαταλάς τόσο περισσότερη έχεις».

Και κάπου εκεί τα βέλη που κρύβει στη φαρέτρα του ο Γιώργος Νανούρης, βρήκαν και πάλι τον στόχο τους, που δεν είναι άλλος από την καρδιά μας.

Posted in See