Μάθε και δείξε τα όρια σου, αν επιθυμείς να αποφύγεις τις «γκρίζες ζώνες» στις σχέσεις σου.


Εδώ και αρκετές ημέρες, εντελώς συμπτωματικά, αλλά και απολύτως δικαιολογημένα, παρίσταμαι και συμμετέχω, συχνά, σε συζητήσεις που αφορούν σε ατυχείς, απογοητευτικές, ενοχλητικές, «πληγωτικές» εκνευριστικές συμπεριφορές συντρόφων, μελών οικογένειας, γνωστών, φίλων και συνεργατών, που όλες μα όλες, πρέπει, πλέον να καταλήξουμε και να παραδεχθούμε, πως σχετίζονται με τα όρια που θέτει κανείς στη ζωή του.

Τα παρεξηγημένα «όρια», λοιπόν, είναι μία θεωρία που, αν και almost40something, δυστυχώς, ανακάλυψα και εξετίμησα σχετικά πρόσφατα. Μάλιστα, παλιότερα στο άκουσμα της φράσης: «έχεις ξεπεράσει κάθε όριο», φανταζόμουν, αυτομάτως, την Μαμά μου, πριν από 25 χρόνια, να με κοιτάζει, απειλητικά και εν εξάλλω, έχοντας, μόλις, παραλάβει τον φάκελο με τον φρικιαστικό λογαριασμό του ΟΤΕ, τις εποχές που το γκρι ακουστικό του αναλογικού τηλεφώνου του σπιτιού, μου είχε γίνει σκουλαρίκι.

Μεγαλώνοντας, άρχισα να συζητώ και να περιεργάζομαι κάπως περισσότερο την θεωρία των «ορίων», καθότι αποτελεί ένα από τα top θέματα στα οποία καταδύεται κάποιος που ανακαλύπτει την ψυχοθεραπεία. Έτσι αρχικά, θέλησα να εντρυφήσω περισσότερο στις έννοιες, πριν καταλήξω σε κάποια σχετικά συμπεράσματα. Έχουμε και λέμε, λοιπόν:
Ας ξεκινήσουμε την ανάλυση του από ένα ερμηνευτικό λεξικό:
Το όριο. Ουδέτερο ουσιαστικό. Σημαίνει: το σύνορο.
Κυριολεκτικά πρόκειται για το σημείο που βρίσκεται στην άκρη ή σε κάποιον ακρότατο τόπο.
Μεταφορικά είναι, ό,τι διαχωρίζει πράγματα, καταστάσεις, χρονικές περιόδους κ.λπ. ή βρίσκεται ανάμεσά τους.

Άρα, λοιπόν, έχουμε να διαχειριστούμε κυριολεκτικά και μεταφορικά κάτι που ορίζει, την ιδιοκτησία τη δική μας και του όποιου άλλου. Αγαπημένου ή μη.
Αμέσως, συνειδητοποιώ, πως η έννοια του «συνόρου» μας απασχολεί ποικιλοτρόπως στη ζωή μας.
Όπως τα σύνορα που ορίζουν τα γεωγραφικά όρια ενός κράτους και απασχολούν τον δημόσιο διάλογο, τόσο στη χώρα μας όσο και ολόκληρο τον κόσμο, μιας και αυτή η γραμμή στο χάρτη, ορίζει ποιος έχει το δικαίωμα και ποιος όχι να το διαβεί.
Ας κάνουμε, λοιπόν, μια αλματώδη, αυθαίρετη σκέψη και ας υποθέσουμε πως ο καθένας από εμάς είναι ένα κράτος. Κάποιος ένα μικρό, άλλος ένα μεγαλύτερο.
Σε αυτή την περίπτωση, ο καθένας έχει τα δικά του όρια, άρα και τα σύνορα του με το διπλανό κράτος.
Αυτά τα προσωπικά μας όρια- σύνορα με τον οποιοδήποτε- πλέον καταλήγω ότι είναι ό,τι πιο σημαντικό μπορεί κάποιος να μάθει να θέτει, να διεκδικεί και να υποστηρίζει.
Είναι, άλλωστε, αυτά που καθορίζουν τον προσωπικό μας χώρο, σωματικά και συναισθηματικά, μας επιτρέπουν να διαχωρίζουμε τον εαυτό μας από τους άλλους, να παίρνουμε την ευθύνη του εαυτού μας και να έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας. Και επιπλέον, μας προστατεύουν από την εκμετάλλευση και την όποια παραβίαση των άλλων.

Πρόσφατα, σκέφτηκα να τοποθετήσω μια μικρή πινακίδα στην είσοδο του γκαράζ του σπιτιού μου, μιας και παρατήρησα πως η πόρτα αυτή άνοιγε συχνά από διάφορους γείτονες που κανονικά δεν θα έπρεπε να έχουν πρόσβαση σε αυτόν τον χώρο.

Αρχικά μου πέρασε από το μυαλό πως θα έπρεπε να τοποθετηθεί μια πινακίδα που θα έγραφε το αυτονόητο:
«Ιδιωτικός χώρος- Απαγορεύεται η είσοδος».
Όμως το ρήμα «απαγορεύεται» μου φάνηκε αρκετά αγριευτικό κι έτσι το απέφυγα. Κατέληξα σε ένα, μάλλον, ασαφές «No entry» που βρήκα, αντί της σκληρής απαγόρευσης και αμέσως αισθάνθηκα καλύτερα.

Ένιωσα πως, κατά κάποιον τρόπο, είχα θέσει τα όρια μου σε αυτούς που επέλεγαν να εισέρχονται σε έναν ιδιωτικό χώρο. Τον δικό μου.

Άλλωστε, όταν εγώ δω μια πινακίδα που λέει «Απαγορεύεται το τάδε», είναι δεδομένο και λογικό να καταλαβαίνω ότι αν παραβιάσω το όριο, θα υπάρξουν νομικές συνέπειες.
Αυτό, λοιπόν, το είδος ορίου είναι εύκολο να το αποδεχθείς γιατί βλέπεις την πινακίδα και αντιστοίχως, το σύνορο που προστατεύει.

Κάπως έτσι, σκέφτηκα, πως θα έπρεπε να είναι και τα πράγματα στις διαπροσωπικές μας σχέσεις, οπού ναι μεν τα σύνορα δεν είναι τόσο ορατά, πρέπει όμως να ορίζονται από όλους μας.

Αυτά είναι τα όρια που καθορίζουν που τελειώνω εγώ και που αρχίζεις εσύ και που οι άλλοι. Μοιάζουν, δηλαδή, με μια γραμμή ιδιοκτησίας, που δεν εμπεριέχει «γκρίζες ζώνες».

Στη ζωή μας, επομένως, δεν θα πρέπει να επιτρέπουμε σε κανέναν να κινείται απειλητικά και επεκτατικά και να εισέρχεται ανενόχλητος και να την κάνει «γης Mαδιάμ». Έχω καταλήξει, μετά από almost40something χρόνια, πως για εμένα η παραβίαση αυτών των ορίων είναι ένα casus belli και η αποφυγή πιθανού πολέμου μπορεί να αποφευχθεί μόνο, αν και εφόσον, είμαστε εντελώς ξεκάθαροι με το πως θέλουμε να ζήσουμε, αλλά και το πως επιθυμούμε να μας φέρονται.

Ο οποιοδήποτε αγαπημένος ή μη, εισέρχεται στο δικό μας μικρούτσικο κρατίδιο και μας συμπεριφέρεται με έλλειψη σεβασμού και τρόπο απαξιωτικό, πρέπει να επανατοποθετείται στη θέση του.
Οι φωνακλάδες, αγενείς, ερειστικοί, απαιτητικοί, ειρωνικοί τύποι να πάνε στο σπίτι τους, παρέα με το bulling που τους αρέσει συνήθως να ασκούν.

Σε κάθε περίπτωση το όφελος θα είναι διπλό. Και εμείς θα μπορέσουμε να προστατεύσουμε την ακεραιότητά μας, να ενισχύσουμε την αυτοεκτίμησή μας και να διατηρήσουμε τον αυτοσεβασμό μας, αλλά και η σχέση μας με τον εταίρο θα γίνει πιο ουσιαστική, ειλικρινής και ξεκάθαρη. Θα στηρίζεται, άλλωστε, στον αμοιβαίο σεβασμό που θα πρέπει να χαρακτηρίζει τον όποιο δεσμό δημιουργείται. Συναισθηματικό, επαγγελματικό, οικογενειακό, φιλικό.

Άρα, λοιπόν, όπως δεν θα άφηνες ποτέ στο σπίτι σου ανοιχτή την πόρτα και θα έφευγες, μην αφήνεις, ποτέ, ξεκλείδωτη την ψυχή σου, ανοιχτή στην όποια κακοποίηση.
Μάθε τι θέλεις να επιτρέπεις και τι όχι στη ζωή σου.
Μάθε να το λες.
Μάθε να το διεκδικείς.
Μάθε να σέβεσαι, όμως, και αυτό που θέλει για τον εαυτό του και επιτρέπει ο απέναντί σου.
Και πάνω απ’ όλα μάθε να επιλέγεις τον απέναντί σου.

Όταν την ομορφία ενός μέρους, δεν την προσδιορίζει μόνο το μαγικό τοπίο.

I 

Την πρώτη φορά που βρέθηκα στην Σαντορίνη ήμουν δεκαέξι ετών. Οι γονείς μου, μου έκαναν το χατίρι να ταξιδέψουμε τις ατελείωτες καραβίσιες ώρες για να θαυμάσουμε τη ξακουστή θέα, έχοντας μαζί μας για παρέα την αγαπημένη φιλενάδα μου, Ιφιγένεια.

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Στο νησί βρέθηκα, στη συνέχεια, άλλες δύο φορές κάτω από πολύ διαφορετικές συνθήκες. Φέτος, λοιπόν, ήταν η τέταρτη φορά που επέλεξα για προορισμό μου το ηφαιστειογενές νησί.

Το ενδιαφέρον με την Σαντορίνη είναι πως έχει φανατικούς φίλους, μαγεμένους από τα κάλλη της, αλλά και έντονους πολέμιους, που κατσουφιάζουν στο άκουσμα του ονόματος της. Σε κάθε περίπτωση η Σαντορίνη δεν περνά απαρατήρητη.

Η πώρωση που προκαλεί στους μεν και τους δε, μοιάζει με τα σχόλια που, ενδεχομένως, να συγκεντρώνει, συχνά, γύρω από την εμφάνιση της, μια πανέμορφη, παγκοσμίου φήμη, διασημότητα. «Ναι μεν είναι καλλονή και υπέροχη, αλλά εμένα δεν είναι του τύπου μου αυτή η αψεγάδιαστη τελειότητα». Κάπως έτσι.

Μιας και άλλη δικαιολογία δεν υπάρχει. Ούτε οι παραλίες που δεν είναι πολλές, ούτε η πολυκοσμία στα καλντερίμια, ούτε η φράση: «όλοι χωρίζουν μετά τη Σαντορίνη».

Η τελευταία, μάλιστα, «θεωρία» ακούγεται αρκετά ανυπόστατη. Όπερ σημαίνει, πως όταν επισκεφτείς την Καλντέρα διαλύεις τη σχέση σου αυτομάτως, ενώ μετά το «γκαγκάνιασμα» στον ήλιο και το αραλίκι στη Γαύδο, μένεις για πάντα με τον αγαπημένο σου;

Στο κάτω-κάτω όποιος είναι να χωρίσει, θα χωρίσει. Δεν του φταίει η Σαντορίνη γι’ αυτό το δραματικό φινάλε, ούτε η ενέργεια της. Φταίει, σαφώς, η λάθος επιλογή σε σύντροφο και ουχί η επιλογή σε νησί.

Και κάπως έτσι, βρέθηκα για τέταρτη φορά στο νησί της Θήρας, αυτή τη φορά, σε ένα από τα ομορφότερα, σκαρφαλωμένα με περίτεχνο τρόπο, στην καλντέρα, ξενοδοχεία. Το ξενοδοχείο αυτό, λόγω της θέσης του και του φυσικού προνομίου του, ανταποκρινόταν με ακρίβεια στο όνομα του. Volcano View Hotel. Και όντως η ομορφιά της θέας ήταν μαγευτική. Ήταν τέτοια που σου επέβαλε για κάποια αρκετά λεπτά της ημέρας, να μη μιλάς και να χαζεύεις σαν χάνος, το ηφαίστειο, τα χρώματα, τη θάλασσα και τη σιωπή, καθώς έδυε ο ήλιος.

Όμως το Volcano View Hotel, που σίγουρα αποτελεί ένα διεθνή προορισμό, δεν με ενθουσίασε μόνο για την πολυτέλειά του και τη νευραλγική θέση του, που είναι αδιαμφισβήτητες. Με εντυπωσίασε, επιπλέον και πολύ περισσότερο, για τους ανθρώπους του, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από όλα τα ειλικρινή, ευγενή στοιχεία που θα έπρεπε να ακολουθούν τους επαγγελματίες που ασχολούνται με τον τουρισμό.

Άμεσοι, αποτελεσματικοί και χαμογελαστοί. Υψηλές προδιαγραφές σε μια χώρα που έχει αρχίσει εδώ και χρόνια να ξεχνά τα αυτονόητα και να επιλέγει τις μίζερες εκπτώσεις στις συμπεριφορές.

Το συγκεκριμένο ξενοδοχείο αποτελεί μέρος του ομίλου Caldera Collection, του οποίου ηγείται η οικογένεια Πατηνιώτη με απόλυτο επαγγελματισμό, αλλά και με μια ευαισθησία και ενθουσιασμό που χαρακτηρίζει τους ερασιτέχνες, τους αιώνιους εραστές της τέχνης, δηλαδή.

Πίσω, λοιπόν, από τις διεθνείς βραβεύσεις των 5 ξενοδοχείων, αναδεικνύεται η φιλοσοφία της οικογένειας, η οποία δεν αφορά, μόνο, στην παροχή εξαιρετικών εμπειριών διαμονής, αλλά στην εξασφάλιση μοναδικών και αξέχαστων στιγμών ζωής.

Σκέφτηκα, μάλιστα, πως οι ιδιοκτήτες του ξενοδοχειακού Ομίλου, μου θύμισαν κάπως την οικογένεια μου. Ζεστοί, φιλόξενοι, απλοί άνθρωποι, χαιρετούν σφίγγοντας σου το χέρι, χορεύουν μαζί σου, συζητούν με όλους και χαμογελούν.

Παρατήρησα πως πολλούς από τους πελάτες, τους γνώριζαν με τα μικρά τους ονόματα. Αργότερα έμαθα πως επρόκειτο για ζευγάρια από όλες τις άκρες της γης, που επιστρέφουν στον ίδιο χώρο, εδώ πάνω από μια δεκαετία.

Συνειδητοποίησα, πως εκείνοι οι άνθρωποι δεν επιλέγουν ξανά και ξανά, συνειδητά, αυτόν τον τόπο μόνο για την ομορφιά του, αλλά, πολύ περισσότερο για την ζεστασιά των ανθρώπων.

Επιλέγουν αυτούς, που φαίνεται πως αγαπούν το νησί και το τιμούν με τρόπο που το αναδεικνύει.

Εν μέσω κρίσης, βλέποντας αυτές τις καλοκουρδισμένες επιχειρήσεις, σκέφτεσαι πως το ανέφικτο γι’ αυτή τη χώρα, μπορεί να είναι εφικτό. Νιώθεις πως μπορεί να υπάρξει αισιόδοξο σενάριο για όλους μας, αν αυτοί οι ευσυνείδητοι επαγγελματίες συνεχίσουν να προσπαθούν, αποδεικνύοντας πως η σκληρή δουλεία ανταμείβεται, ακόμη και σε έναν κόσμο που πλήττεται.

Ας επιλέξουμε, επομένως, να κάνουμε μακριά τους τοξικούς ανθρώπους που επιθυμούν «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα» και ας επιβραβεύσουμε τον γείτονα που προσπαθεί σκληρά για το καλύτερο, προσφέροντας τον καλύτερό του εαυτό. Ας προσπαθήσουμε μάλιστα να του μοιάσουμε στο βαθμό που μπορούμε, με τις δυνάμεις που σίγουρα έχουμε.

Και κάπου εκεί, λίγο μετά το διάσημο, παραμυθένιο Ηλιοβασίλεμα που χάζεψα άφωνη για τρίτη συνεχόμενη μέρα, ο φίλος Σάκης ξεστόμισε τη φράση κλειδί, που κάλυψε όλες τις μεγαλόστομες κουβέντες που ειπωθήκαν για το, γνωστό σε όλο τον κόσμο, νησί.

«Την Σαντορίνη την αγαπώ. Είναι ο τόπος μου». Και κάπου εκεί, όλα, αυτομάτως, ξεκαθάρισαν στο μυαλό μου. Αυτός είναι, λοιπόν, ο αγαπημένος τόπος της οικογένειας Πατηνιώτη και γι’ αυτό έχουν μάθει να τον τιμούν.

Έτσι, γεμάτη από εικόνες και εμπειρίες, άφησα κι εγώ πίσω μου την αξεπέραστη καλντέρα, για τον δικό μου τόπο, που μπορεί να μην έχει την απαράμιλλη ομορφιά της αρχαίας Καλλίστης, έχει, όμως, τους ανθρώπους που αγαπώ.

Η δικιά σας Σαντορίνη μπορεί να είναι το Παλαιόκαστρο Ελασσόνας, ή ένα μικρό σπίτι στον Πόρο. Μπορεί να είναι ένα κτήμα στο Μαυροβούνι Λακωνίας, ή το παραθαλάσσιο Κάτω Διμηνίο Κορινθίας. Είναι, απλά, ο αγαπημένος τόπος σας. Αυτός που θα βρίσκεται για πάντα μέσα σας και θα σας χαρίζει απλόχερα συγκινήσεις, όμορφες ανατολές και μοναδικά ηλιοβασιλέματα.

 

Όταν μια θυσία, θυμίζει τη δειλία γύρω μας, τότε σημαίνει πως η «Άλκηστη» συνάντησε την Κατερίνα Ευαγγελάτου.

Η Επίδαυρος, είναι ταυτισμένη στο μυαλό μου, σχεδόν, με όλα μου τα καλοκαίρια. Πιστεύω, άλλωστε, πως έχω υπάρξει από τα τυχερά παιδιά, που βρέθηκαν σε πολύ μικρή ηλικία στο Αρχαίο Θέατρο και μάλιστα, για κάποιες από τις παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει στο παρελθόν, μου αρέσει να κοκορεύομαι», μεταξύ σοβαρού και αστείου.

Επιπλέον, δεν νοείται για εμένα ομαλή μετάβαση στις διακοπές, αν δεν ακολουθήσω κάθε χρόνο με θρησκευτική ευλάβεια όλο τελετουργικό. Να «ξεκοκαλίσω», δηλαδή, από νωρίς όλο το πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αθηνών, να εξασφαλίσω τα εισιτήρια στην παράσταση που επιθυμώ και να οργανώσω στην εξόρμησή μου και όλα τα super παρελκόμενα- εξαιρετικό φαγητό και Disco Capaki στα καπάκια.

Φέτος, λοιπόν, για πολλούς λόγους επέλεξα να δω την «Άλκηστη» της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Ο βασικότερος από αυτούς, όμως, ήταν πως τον τελευταίο καιρό νιώθω να περνάω μια σοβαρή «Ευαγγελίτιδα».

Όπερ σημαίνει πως μετά τον Φάουστ, που πλέον συγκαταλέγεται στις αγαπημένες παραστάσεις των τελευταίων ετών, αλλά και το 1984 που μου βασάνιζε το μυαλό μου για μέρες, θεώρησα πως ήρθε η στιγμή να την «συναντήσω» και στο Κοίλο της Επιδαύρου.

Πριν βρεθώ, όμως, στο θέατρο φρόντισα να μάθω περισσότερα για την υπόθεση του έργου, μιας και δεν αποτελούσε ένα από τα γνωστά blockbusters, τα οποία παίζω στα δάχτυλα του ενός χεριού, όπως οι συμφορές του γένους των Λαβδακιδών και τελικώς, εκ του αποτελέσματος αντιλήφθηκα, πως έπραξα σωστά.

Μαθαίνοντας περισσότερα για την υπόθεση ήμουν πλέον προετοιμασμένη πως δεν θα παρακολουθούσα μια κλασική τραγωδία. Θα έλεγα, μάλιστα, πως καθ’ όλη την διάρκεια της παράστασης ένιωθα πως παρακολουθούσα ένα διαφορετικό, περίεργο είδος.

Άλλωστε, η συνύπαρξη μερικών τραγικών και πολλών κωμικών στοιχείων, καθώς και το ασαφές φινάλε, περιέπλεξε την κατάταξη του έργου, σε ένα από τα δύο, γνωστά τοις πάσι, είδη.

Συγκεκριμένα, λοιπόν, ενώ ο  Άδμητος θρηνούσε τη γυναίκα του, ο θρήνος του έμοιαζε να πλησιάζει τα όρια του γελοίου. Ενώ η Άλκηστη είχε πάρει την απόφαση να πεθάνει αντί του συζύγου της, η θυσία της, έμοιαζε κενή και δίχως λογική. Ενώ ο Φέρης φαινόταν, δικαίως, να επιθυμεί να νουθετήσει και να επαναφέρει, με τα λόγια του, στην τάξη τον γιο του , η εικόνα του παρέπεμπε σε εγωκεντρικό, ξεμωραμένο γέρο.

Κάποια στιγμή, ενώ γελούσα, νιώθοντας ταυτοχρόνως μια έντονη πικρία, σκέφτηκα πως η «Άλκηστη» δεν είναι σε καμία περίπτωση μία τραγωδία, ούτε όμως μία κωμωδία. Αποφάσισα να ονομάσω το είδος αυτό, που για πρώτη φορά συναντούσα, εντελώς αυθαίρετα εκείνη τη στιγμή, «ειρωνεία».

Η ειρωνεία, άλλωστε, είναι ο λόγος που χαρακτηρίζεται από δηκτική διάθεση και συνήθως λέει το αντίθετο από αυτό που εννοεί. Έτσι κάτω από από το πρίσμα της «ειρωνείας» όλα άρχισαν να καταλαμβάνουν μια κάποια λογική θέση μέσα στο κεφάλι μου.

Η ζωή και ο θάνατος, το πένθος και η υποκρισία που εμπεριέχει, οι συζυγικές σχέσεις και η θέση της γυναίκας, αλλά και πολύ περισσότερο η εξουσία, μπήκαν στα ανάλογα κουτάκια του μυαλού μου.

Άλλωστε η επίδειξη δύναμης και η επιβολή της άποψης που προερχόταν από την εξουσία ήταν, για εμένα, διάχυτη σε όλο το έργο. Ξεκινούσε από από τις πολλές εικόνες στη σκηνή και κατέληγε στην ουσία. Από τη μία υπήρχαν τα ρούχα στρατηγού του Άδμητου και από την άλλη η υπέροχη στρατιωτική κίνηση του καλοκουρδισμένου χορού.

Ο χορός, μάλιστα, που θεωρώ πως ήταν ένα από τα ατού της παράστασης- μαζί με τη ζωντανή μουσική- ντυμένος με ρούχα της δεκαετίας του 70, έμοιαζε με τον απλό λαό που ζει κάτω από ένα απολυταρχικό καθεστώς το οποίο, τεχνηέντως, μειώνει την κρίση του. Ο απόλυτα ακριβής στρατιωτικός χαιρετισμός, μαζί με την, χωρίς επεξεργασία σκέψης, αποδοχή των λόγων του Βασιλιά έδειχνε το μέγεθος της χειραγώγησής τους. Όλες οι διαφορετικές αντιδράσεις τους έμοιαζαν μελετημένες από τον Μαέστρο- Άδμητο. Το πένθος ήταν βαθύ, ο θρήνος έντονος, το πέρασμα στις Ερινύες ειλικρινές και η πίστη στον Τύραννο πανίσχυρη.

Σαν μαριονέτες, μέσα από μια υπέροχη κίνηση, έμοιαζε ν’ αντιδρούν μόνο με τρόπο, που ο Άδμητος επέτρεπε και επέβαλε. Επρόκειτο, λοιπόν, για την έκφραση της κοινής γνώμης, διαμορφωμένη από τον απόλυτο αρχηγό.

Επιπλέον, σημαντικός πρωταγωνιστής της παράστασης ήταν το σκηνικό. Ένας κρατήρας συνέδεε τον πάνω με τον κάτω κόσμο. Όλοι οι πρωταγωνιστές ακροβατούσαν μπροστά στην είσοδο του Άδη, σαν να φλέρταραν με τη ζωή και το θάνατο. Και γύρω από αυτήν την είσοδο και μέσα σε αυτήν υπήρχε το χώμα. Το χώμα που θα φιλοξενούσε την νεκρή, αλλά και τους νεκρούς συνειδήσεων.

«Χους ει και εις χουν απελεύσει» Αυτό το ίδιο χώμα σκόνισε ακόμα και τους θεατές, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Άλλωστε, στην Άλκηστη ήμασταν μάρτυρες σε μία ταφή και το χώμα που αναπνεύσαμε στην ατμόσφαιρα, από θεατές μας έκανε συνένοχους στην αδικία και τον παραλογισμό.

Στον παραλογισμό της θυσίας. Μιας και η «χαζή» όπως την περιγράφει ο Ευριπίδης μέσω του Φέρη, Άλκηστη αποφασίζει να πεθάνει στη θέση του. Να χαθεί για έναν Άδμητο. Ένα αδειανό πουκάμισο. Για κάποιον που δεν θα χάλαγε τη βολή του για κανέναν στον κόσμο κι ενδεχομένως ούτε για τα παιδιά του. Η θυσία της Άλκηστης δεν μοιάζει με τη θυσία του Αβραάμ και τη δοκιμασία που αυτή περιέχει, ούτε με τη θυσία της Ιφιγένειας η οποία υποτίθεται πως έγινε για έναν «σημαντικό» σκοπό, αλλά είναι μετέωρη και άδικη.

Κι ενώ, λοιπόν, το πρώτο από τα σωζόμενα έργα του Ευριπίδη προκάλεσε συζητήσεις για το είδος στο οποίο ανήκει, ταυτοχρόνως, προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις.
Η Κατερίνα Ευαγγελάτου φαίνεται να έχει ψάξει βαθιά με κινήσεις χειρουργού ν΄ανακαλύψει όλα τα κρυμμένα μυστικά του. Δημιούργησε ξεχωριστούς χαρακτήρες που ο καθένας του υπηρέτησε το βαθύ ειρωνικό σχολιασμό της «Άλκηστης».

Δίπλα της έχει τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο, να πλάθει με άρτιο τρόπο τον πιο ανήθικο Άδμητο, προκαλώντας μέχρι και εκνευρισμό. Την Κίττυ Παϊταζόγλου που κατάφερε να «μιλήσει» σαν νεκρή. Τον μεστό και σπουδαίο, Γιάννη Φέρτη σε ένα ρόλο συνολικής υπερβολής. Αλλά και τον Απόλλωνα, τον Θάνατο και τον Υπηρέτη που ήταν, απολύτως, διαβασμένοι, ακριβείς και ουσιαστικοί.

Και κάπου εκεί και ο Ηρακλής, μια προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, όπως αντιλήφθηκα από την ανάγνωση της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Με παιδική υπόσταση, αλλά και με εικόνα στα όρια του γκροτέσκου. Ένας ημίθεος που μοιάζει με κλόουν, με πρόσωπό που γελά και θρηνεί την ίδια στιγμή. Ένας ήρωας που αποχωρίστηκε την λεοντή και έκρυψε το συναίσθημα κάτω από το έντονο μακιγιάζ. Κρατώντας ένα κρανίο μοιάζει να σχολιάζει τη ματαιότητα του βίου, ως ένας άλλος Άμλετ, ενώ φαίνεται ν’ ακολουθεί με έναν δικό του, αιρετικό τρόπο, τον δρόμο της Αρετής. Τον ερμήνευσε με συγκινητική ειλικρίνεια ο Δημήρης Παπανικολάου.

Κλείνοντας, πιστεύω πως η «Άλκηστη» δεν είναι ένα εύκολο έργο και σε καμία περίπτωση η ερμηνεία της δεν είναι μονοδιάστατη. Η σκηνοθέτης έχοντας μελετήσει πολύ, κατανόησε όλα της τα συστατικά και είμαι σίγουρη πως επέλεξε να τους ρίξει και περισσότερο αλάτι για να τα νοστιμίσει.

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου έχει το υπόβαθρο, την μόρφωση και την καλλιέργεια, ώστε να μπορεί να καταπιάνεται με σπουδαία και πολύ διαφορετικά έργα. Φαίνεται ν’ αναλύει μέχρι και τα σημεία στίξης των κειμένων, αλλά και όλα όσα κρύβονται κάτω από τις λέξεις. Είχε, βέβαια, και την τύχη να μεγαλώσει σ’ ένα σπουδαίο σπίτι, που της έδωσε τα εφόδια για να ανοίξει τα φτερά της. Όμως η αξία δεν κληρονομείται. Αποκτάται με σκληρή δουλειά, μυαλό, σεβασμό, σοβαρότητα και μέτρο. Κι έτσι για άλλη μία φορά με εντυπωσίασε.

Η «Ευαγγελίτιδα» μου συνεχίζεται λοιπόν!
Το επόμενο ραντεβού μας θα είναι το Σεπτέμβριο στο Ηρώδειο, στον Αμύντα.