Ποιος είπε πώς οι λαμπάδες είναι μόνο για τα μικρά παιδιά;

 

Χαζεύοντας, για λίγο, το τι συμβαίνει στην κοινωνία των social media, παρατήρησα μετά από καιρό, πως οι σελίδες γέμισαν λουλουδάκια, δεντράκια, ζουζουνάκια και άλλα συναφή. Όπερ σημαίνει, πως αρκετοί από εμάς επιλέξαμε να περάσουμε τις ημέρες του Πάσχα κάπου στην εξοχή.

Κι αυτό το «κάπου στην εξοχή», συνήθως συνδυάζεται με γονείς, θείους, αδέρφια, ξαδέρφια, ανίψια και φυσικά « η σκούφια του κρατάει», από τότε που ήμασταν πιτσιρίκια.

Έχοντας βρεθεί σε διάφορα μέρη στη ζωή μου, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, για τις ημέρες του Πάσχα , τελικώς, πιστεύω, πως υπό συνθήκες- που έχεις, δηλαδή, μια οικογένεια, σχεδόν, φυσιολογική σαν τη δική μου- είναι ωραία ανάπαυλα, να περνάς αυτές τις λίγες ημέρες μαζί τους και ιδανικά οπουδήποτε παραπέμπει σε χωριό.

Κατ’ αρχάς έχεις τη μοναδική ευκαιρία, όσο ετών κι αν είσαι, να αντιμετωπίζεσαι σαν ανήλικο. Να κάθεσαι στο τραπέζι με τα παιδιά, να έχεις στυμμένη πορτοκαλάδα με το που θα ανοίξεις τα μάτια σου, να τρως κάθε τριάντα λεπτά, να κυκλοφορείς με τις πιτζάμες, να λιάζεσαι αμέριμνος και να κόβεις βόλτες σε χωράφια μαζεύοντας λουλούδια.

Στην περίπτωση μου, αν και τα χρόνια περνούν, εξακολουθώ, επιπλέον, να αντιμετωπίζω πορωμένα την υπόθεση λαμπάδα και να ζητώ κάθε χρόνο από τη Νονά μου, ό,τι πιο φαντασμαγορικό υπάρχει στην αγορά. Στόχος μου είναι, ακόμη και τώρα, να κάνω εντύπωση στην Ανάσταση, σε σημείο που να σκάνε από τη ζήλεια τους όλα τα δεκάχρονα, που βρίσκονται σε ακτίνα δύο χιλιομέτρων από εμένα.

Την Άνοιξη η φύση κάνει πάρτι- ειδικά- στα χωριά και μαζί της χορεύει και η ψυχολογία μας. Έτσι, το ελληνικό Πάσχα που είναι το πιο κλασικό χαρακτηριστικό της εποχής, μας υπενθυμίζει, πως κάπου εκεί κοντά βρίσκεται το Καλοκαίρι, για το οποίο όλοι ζούμε και αναπνέουμε. Άλλωστε όταν ανεβαίνει η θερμοκρασία, τα χαμόγελα πληθαίνουν και η οικονομική κρίση ξεχνιέται για λίγο, όπως τα μπουφάν μας σε κάποια ταβέρνα.

Ακόμα, μάλιστα και η τσουκνίδα, που είχα την ατυχία να συναντήσω χθες, με έκανε στο τέλος να χαμογελάσω- στην αρχή, βέβαια, είχα την αίσθηση πως με τσίμπησε οχιά- σκεπτόμενη το Πάσχα των παιδικών μου χρόνων, στο κτήμα της γιαγιάς μου στο Γύθειο.

Τα τελευταία είκοσι χρόνια, κατά καιρούς, αναλόγως με την συναισθηματική φάση στην οποία βρισκόμουν, επέλεγα διαφορετικούς προορισμούς, γι’ αυτές ημέρες κατάνυξης και εορτασμού. Παραδοσιακούς ή μεταμοντέρνους. Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, συμπεριλάμβαναν λαμπάδα, φαγητά και συναναστροφή με αγαπημένους.

Πριν από μερικά χρόνια, θυμάμαι, ένας σύντροφος με είχε οδηγήσει στα όρια μου, να κλαίω απελπισμένη, μη μπορώντας να συνειδητοποιήσει την ανάγκη μου, ν’ ακολουθήσω αυτή την παιδική μυσταγωγία, που σήμαινε τόσα για μένα. Ένιωθα πληγωμένη εκείνη τη χρονιά, που δεν είχα καταφέρει να κρατήσω τη λαμπάδα Hello Kitty, επειδή «απλά δεν προλάβαμε» γιατί δεν «υπήρχε και κανένας σοβαρός λόγος». Όπως επίσης, δεν ξεχνώ και κάποιον άλλον, που απέφευγε τις εκδρομές το Πάσχα, γιατί «έχει κίνηση στους δρόμους και πού να μπλέκουμε…».

Πόσο μίζερες και οι δύο περιπτώσεις….Το παραδέχομαι βέβαια. Ίσως όλο αυτό να είναι κάπως υπερβολικό, αλλά έτσι είμαι εγώ. Θέλω να χαρώ, να βρεθώ με κόσμο, ν’ αγκαλιαστώ και ν’ αγκαλιάσω. Και φυσικά να «βάλω τα καλά μου» και να ευχηθώ σε όλους «Χρόνια Πολλά!».

Βέβαια, μεγαλώνοντας κι έχοντας βρεθεί σε πολλές διαφορετικές φάσεις στη ζωή, γνωρίζω, πως δεν είναι πάντα εφικτό, να περνάς τις ημέρες αυτές, όπως ιδανικά θα ονειρευόσουν και ίσως και με αυτούς που επιθυμείς. Κοινώς, μπορεί κάποια στιγμή να είσαι μόνος σου. Είτε κυριολεκτικά, είτε μεταφορικά. Κι εκεί έρχονται οι κλασικοί «πυροσβέστες». Οι φίλοι μας. Αυτοί, που μπορούν να μας σώσουν, να μας καταλάβουν και να μας στηρίξουν. Είναι εκείνοι που ανοίγουν το σπίτι τους, την αγκαλιά τους, το χωριό τους και μας προσφέρουν μία θέση στο οικογενειακό τραπέζι.

Ούσα, λοιπόν και σε αυτή τη φάση, έχω φιλοξενηθεί συναισθηματικά από τους αγαπημένους μου φίλους, για Πάσχα, διακοπές, εορτασμούς και λοιπές καταστάσεις, ως αναπόσπαστο κομμάτι της δικής τους οικογένειας. Και κάθε φορά που συμβαίνει αυτό, συνειδητοποιώ με χαρά, πως όλοι αυτοί, είναι η δεύτερή- υπέροχη- οικογένεια μου. Μιας και είναι εκείνοι, που με βοηθούν να μη πιστεύω, ότι φορτώνομαι, αλλά να νιώθω λίγο-πολύ «σαν στο σπίτι μου».

Και αυτές τις ημέρες τους αγαπώ ακόμη περισσότερο, σκεπτόμενη πόσο τυχερή είμαι, που με έχουν καλωσορίσει στις ζωές τους. Και ευτυχώς δεν είμαι η μόνη που αισθάνομαι έτσι, καθώς μιλώντας, χθες, με τον φίλο Κώστα, μου περιέγραψε τη δική του παρόμοια φετινή εμπειρία με ζευγάρι κολλητών του, που τον έχουν υιοθετήσει για το Πάσχα.

Για να το κάνω, λοιπόν, πιο σαφές και κάπως λιγότερο μελοδραματικό, οι αγαπημένοι φίλοι, μου θυμίζουν τις κοινωνικές διαφημίσεις για τις ημέρες του καύσωνα, που σε προτρέπουν ν’ αφήσεις λίγο νερό, έξω από το σπίτι, για το αδεσποτάκι της γειτονιάς. Κι έτσι από αδεσποτάκι, γίνεσαι κι εσύ μέρος της παρέας. Αλλά κι εσύ, δεν μπορεί, κάτι καλό θα έχεις κάνει, για να σε θέλουν κοντά τους… Οπότε σε καλό δρόμο είσαι!

Κι έτσι μετά από τις πρωινές σκέψεις, το ντάντεμα της Μαμάς, τα χατήρια του Μπαμπά, τα φιλιά των θείων, τα τσουρέκια και το παιχνίδι με τ’ ανίψια…πάω βόλτα στο χωριό για παγωτό!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν το να κοιτάς το ταβάνι, σου δίνει την ευκαιρία για search μέσα σου

Πριν από μερικές μέρες, επιστρέφοντας από τη δουλειά, με έπιασε μία ακατάσχετη μανία να καταναλώσω υπέροχη σαβουροτροφή. Έκανα τα πάντα –παρακάμψεις, κύκλους μέχρι να βρω να παρκάρω- για να βρεθώ στο fast food, που γνωρίζουμε από πάντα. Εκεί όπου δεν κοιτάς καν το menu, αλλά παραγγέλνεις, ό,τι ήξερες τα τελευταία είκοσι –και βάλε- χρόνια.

Μπαίνοντας μέσα και κατευθυνόμενη προς το ταμείο, παρατήρησα ένα τραπέζι στα αριστερά μου. Μία Μάμα καθόταν με τον δεκάχρονο γιο της. Ο μικρός έτρωγε απορροφημένος, όχι στο burger του, αλλά στο κινητό της Μαμάς του. Εκείνη μάλλον, έμοιαζε,ταυτoχρόνως, βαριεστημένη και ανακουφισμένη. Οι δύο δεν αντήλλαξαν καμία κουβέντα, ή έστω ματιά, την ώρα που παρέμεινα στο χώρο.

Στο δρόμο, καθώς μασουλούσα τις πατάτες μου, μέσα στο αυτοκίνητο, σκεφτόμουν τι τους είχε συμβεί, τι έχει συμβεί σε όλους μας. Άλλωστε, σχεδόν στην κατάσταση του μικρού, έχω βρεθεί και εγώ κατά μία έννοια. Έχω παρατηρήσει, πως πολλές φορές χάνομαι, χαζεύοντας το κινητό μου, είτε για να τσεκάρω κάτι, είτε για να ενημερωθώ, είτε για να γελάσω, είτε, απλά, έτσι…

Πλεόν, μοιάζει η φράση «δεν έκανα τίποτα, απλά κοιτούσα το ταβάνι για ώρες», να έχει εκλείψει και τη θέση της να έχει πάρει η φράση «δεν έκανα τίποτα, απλά κοιτούσα το κινητό μου για ώρες». Κι εκεί συνειδητοποιείς την ελευθερία που, ενδεχομένως, να σου προσφέρει απλόχερα το ταβάνι, κοιτώντας το, απλά, χωρίς να αλλάζεις σελίδες, applications και να τραβάς selfies.

Πριν από περίπου δέκα χρόνια, παρακολουθώντας την ταινία κινουμένων σχεδίων WALLE-E, είχα εντυπωσιαστεί με την «προχωρημένη» σκέψη του σεναριογράφου, που παρουσίαζε, πως οι άνθρωποι μία μέρα θα επικοινωνούν μόνο μέσω της οθόνης, ακόμα και σε επίπεδο φλερτ.
Προφανώς, όμως, η επιστημονική φαντασία, δεν είναι φαντασία, αλλά πραγματικότητα κι έτσι όλο και περισσότεροι από εμάς βρίσκουμε παρέα σε μια ηλεκτρονική συσκευή, που μας προσφέρει απλόχερα την απόλυτη συντροφική μοναξιά.

Μιλώντας αργότερα με τη κουμπάρα μου Θεανώ- μητέρα δύο αγοριών, σε ηλικία στην οποία όλα τα αρσενικά χρήζουν, μερικές φορές, εξορκισμό- και αναφέροντας το περιστατικό, αντιλήφθηκα πως άγγιξα μέσα της μια ευαίσθητη χορδή. «Να σέβεσαι τα tablets! Υπάρχουν κάποιες στιγμές που σε βοηθούν να επιβιώσεις. Έχεις βρεθεί σε ταβέρνα Κυριακή μεσημέρι με φίλους και τα παιδιά τους; Πίστεψε με. Μόνο το wi-fi μπορεί να σε σώσει!». Και όντως είχε δίκιο. Το έχω δει με τα μάτια μου. Παιδάκια σε κατάσταση αμόκ να ηρεμούν, αυτομάτως, σαν να τους προσέφερε κάποιος μια πιπίλα. Όπως έχω δει και παιδάκια σε νησί, σε απόσταση 30 βημάτων από την παραλία, να προτιμούν να μένουν με τα tablets στο σπίτι δίπλα στη θάλασσα, από το να πλατσουρίσουν για ώρες στα νερά.

Και δεν είναι μόνο τα παιδάκια. Είμαι κι εγώ, κι εσύ κι αυτός. Εγκλωβισμένοι σε μια μόνιμη αγωνία του τι συμβαίνει κάπου αλλού και όχι του τι συμβαίνει εκεί που είμαστε εμείς. Posts με φωτογραφίες, check in και συχνή ενημέρωση για όλα τα τεκταινόμενα στον κόσμο, είτε αυτά αφορούν στην Συρία, είτε στον Άγιο Δομίνικο.

Θυμάμαι, πριν από ένα μήνα ξέχασα το κινητό τηλέφωνό μου στο σπίτι. Ενώ στην αρχή σκέφτηκα να επιστρέψω να το πάρω, διστακτικά αποφάσισα, πως θα τα καταφέρω και χωρίς αυτό. Και τα κατάφερα. Με λίγη προσπάθεια στην αρχή και μετά με μεγάλο κέφι. Σαν να είχα κάνει κοπάνα από το σχολείο και δεν έδινα λογαριασμό σε κανέναν. Και, μάλιστα, είχα δικαιολογία. Δεν είχα κινητό.
Σκεπτόμενη, λοιπόν, όλα όσα κάνουμε καθημερινά, παρατηρώ, πως σύντομα τα περισσότερα που απολαμβάνουμε στη ζωή, θα μπορούν να μας συμβαίνουν μέσω μίας συσκευής. Θα επικοινωνούμε, θα διασκεδάζουμε, θα ενημερωνόμαστε, θα διαβάζουμε, θα γελάμε, θα κλαίμε, εν μέρει θα ταξιδεύουμε, θα αθλούμαστε, θα φλερτάρουμε, θα κάνουμε sex. Σαν να λέμε cyber-sex, cyber-fun kai cyber-rock n’ roll!!

Φαίνεται πως πρόκειται, πιθανόν, σύντομα να ζούμε στο μέλλον, μόνο με αυτήν την μοναχική παρέα ή, αλλιώς, με την παρεΐστικη μοναξιά. Άλλωστε, μοιάζει, πλέον, σαν να επιλέγουμε, με διάθεση απόλυτης αυτοϊκανοποίησης, οτιδήποτε ατομικό και καθόλου ομαδικό. Είναι σαν να μη θέλουμε να παίξουμε μπάλα με φίλους, αλλά να προτιμάμε να ανέβουμε μόνοι μας στην κορυφή του βουνού-ιδανικά τραβώντας και μία selfie με την κατάκτηση μας- έτσι ώστε να μην έχουμε κανέναν να μας αποπροσανατολίζει από το «Εγώ» μας.

Κι όμως, τελικώς, δεν μπορούν όλα να συμβούν μέσω μίας συσκευής… Αφού σκέφτηκα για ώρα, όλα όσα μπορούμε να υλοποιήσουμε, κατέληξα με μεγάλη χαρά, πως δεν υπάρχει application για τις «πεταλουδίτσες». Αυτές, δηλαδή, που νιώθεις κάποιες φορές στο στομάχι σου, εκεί, κατά τη διάρκεια του πρώτου φιλιού και σου δηλώνουν με το φτερούγισμά τους, ότι, μάλλον, είσαι ερωτευμένος. Ακόμα, βέβαια, κι αν αργότερα-κλασικά- φας τα μούτρα σου.

Γι’ αυτές, λοιπόν- τις όχι συχνές- «πεταλουδίτσες», η ζωή θα συνεχίζεται, οι άνθρωποι θα έρχονται κοντά, θα μιλούν, θα γελούν, θα μαλώνουν, θα προχωρούν, ακόμη και κι αν δεν έχουν «σήμα». Θα συνεχίσουν, ευτυχώς, να υπάρχουν, ακόμα κι αν, λίγο αργότερα, γράφουν στο κινητό τους #happytogetherlove…

Στο κάτω- κάτω ένα εργαλείο είναι. Μάθε να το χρησιμοποιείς και όχι να σε χρησιμοποιεί.

My heart belongs to Daddy ή αλλιώς, το (μεγάλο πια) κοριτσάκι του Μπαμπά.

Πριν από μερικές ημέρες, μια από τις αγαπημένες μου ξαδέρφες, μου έδωσε μια φωτογραφία από το μακρινό παρελθόν μου, η οποία με απεικονίζει σε ηλικία περίπου τεσσάρων ετών, να φορώ πεδιλάκια και μια υπέροχη ολόσωμη καλοκαιρινή φόρμα με τιραντάκια. Το αγαπούσα αυτό το ρούχο. Ήταν από τα «καλά» μου. Και, ταυτοχρόνως, ήταν και είναι μέρος της ιστορίας μου. Της δικής μου ζωής.

Θυμάμαι να μου το φορά η μαμά μου και να φτιάχνει, επιμελώς, τα μαλλιά μου με δύο κοκαλάκια. Αμέσως μετά, να μπαίνουμε οι τρεις μας, με τον αδερφό μου, στο αυτοκίνητο και να ξεκινάμε για το ταξίδι προς το Ελληνικό. Φτάνοντας εκεί, κι ενώ τα αεροπλάνα απογειώνονταν και προσγειώνονταν πάνω από το κεφάλι μας, παίρναμε τις θέσεις μας έξω από την αίθουσα αφίξεων, κρατώντας και οι τρεις μας, τρεις ανθοδέσμες από λουλούδια στα χέρια, οι οποίες προορίζονταν για τον ταξιδιώτη που σε λίγο θα κατέφθανε. Και εκεί φορώντας τα «καλά» μου, με περιέργεια και αμηχανία, συνέπασχα με την προσμονή του μεγαλύτερου αδερφού Σπύρου και της Μαμάς μας.

Και τότε άνοιγε η μεγάλη αυτόματη πόρτα και φαινόταν εκείνος. Ήταν ένας μεγάλος άντρας, βιαστικός και χαμογελαστός. Έπεφτε πάνω μας με ορμή και άρχιζε τις αγκαλιές. Η Μαμά έκλαιγε γελώντας. Ο Σπύρος πανηγύριζε κι εγώ στεκόμουν ακίνητη, παρακολουθώντας σαν θεατής. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, θυμάμαι καθαρά πως σκεφτόμουν, βλέποντας τον αδερφό μου να τον αγκαλιάζει, πόσο τυχερός ήταν που είχε Μπαμπά.

Σε λίγες ώρες, όμως, είχα κι εγώ. Οι βαλίτσες άνοιγαν και από μέσα τους έβγαιναν οι πιο όμορφες κούκλες του κόσμου, οι οποίες ήταν δικές μου και της είχε φέρει για εμένα ο δικός μου Μπαμπάς. Αυτός που είχε και ο Σπύρος.

Κι έτσι περνούσαν τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων. Με παγωτά, μπάνια, διακοπές και Μπαμπά. Όταν, όμως, ερχόταν το Φθινόπωρο, μαζί με τις διακοπές, μας τελείωναν τα χατίρια, αλλά και ο Μπαμπάς. Και πάλι από την αρχή, το επόμενο καλοκαίρι, έφτανε η στιγμή που θα βάζαμε και πάλι τα «καλά» μας και οι τρεις μας.

Πάντα το Φθινόπωρο μαζί με τα Πρωτοβρόχια, έφερνε και πολλά δάκρυα στα μάτια της Μαμάς. Φεύγοντας πάντα από την αίθουσα αναχωρήσεων, την θυμάμαι να κλαίει μέσα στο αυτοκίνητο. Κι αμέσως μετά, οι τρεις μας, επιστρέφαμε στη ρουτίνα μας. Στη ζωή που είχαμε συνηθίσει. Εκείνος θα εμφανιζόταν μόνο σε τηλεφωνήματα, γράμματα και τηλεγραφήματα στις γιορτές, έως ότου έρχόταν ξανά το καλοκαίρι. Έμοιαζε, κάπως, σαν αποδημητικό πουλί. Έφευγε, αλλά πάντα επέστρεφε στο σπίτι του.

Η αλήθεια είναι, πως εμείς οι τρεις συνηθίσαμε στην παρούσα- απουσία του. Μάθαμε να ζούμε με αρχηγό εκείνη, που πολλές φορές κάλυπτε και τους δύο ρόλους αναγκαστικά.

Συχνά θυμώναμε μαζί της και αναρωτιόμασταν, σίγουρα και οι δύο, πώς θα ήταν η ζωή μας τους χειμώνες αν ήταν και ο Μπαμπάς μαζί μας. Όμως η ζωή συνεχιζόταν και η συνήθεια απέκτησε φυσιολογικότητα. Μάθαμε να είμαστε πάντα τριάδα, όπως η Μαμά έμαθε να μην συνοδεύεται από εκείνον, σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής μας ζωής.

Θυμάμαι, μάλιστα, πως ελλείψει ανδρικού προτύπου, είχα μεγάλη αδυναμία στον θείο μου Μιχάλη, ο οποίος στα μάτια μου φάνταζε τεράστιος, δυνατός και έτοιμος να με προστατέψει. Μετά από τόσα χρόνια, έχω την αίσθηση πως ο Μπαμπάς μου ζήλευε λίγο αυτήν την «πατρική» σχέση. Ή καλύτερα, θα επιθυμούσε να την είχε βιώσει εκείνος μαζί μου. Κάθε φορά που ο θείος μου, έλεγε χαριτολογώντας, πως είχα μάθει πολλά πράγματα από αυτόν, είμαι σίγουρος πως ο Μπαμπάς μου μελαγχολούσε, σκεπτόμενος την απόσταση που τον κρατούσε μακριά από την οικογένειά του.

Κι, όμως, το παράξενο ήταν πως αν και ο Μπαμπάς μου, μας είχε ζήσει λίγο, στην πολύ μικρή μας ηλικία, ήξερε να λέει τα ωραιότερα παραμύθια του κόσμου, σαν να το έκανε αυτό από πάντα. Είμαι σίγουρη πως ανακάλυπτε τις ιστορίες εκείνη την στιγμή. Ξαπλωμένοι και οι δύο πολλά μεσημέρια στο διπλό κρεβάτι των γονιών, ευχόμουν η ιστορία να μην τελειώσει ποτέ. Άλλωστε, κάποια από αυτά εξακολουθώ να τα θυμάμαι, όπως και την μόνιμη αγωνία μου για το τι θα συμβεί μετά στην πριγκίπισσα, στα βασιλόπουλα και στην πηγή με το αθάνατο νερό.

Και τα χρόνια πέρασαν και εκείνος επέστρεψε κάποια στιγμή στο σπίτι του. Νιώθοντας σαν επισκέπτης σίγουρα τον πρώτο καιρό. Οι σχέσεις έπρεπε να χτιστούν, άλλωστε, από το μηδέν. Έπρεπε ν’ αποδεχθεί τις αλλαγές που είχε επιφέρει ο χρόνος σε όλους μας. Έπρεπε κι εμείς να αποδεχθούμε την παρουσία του. Έπρεπε από άνθρωπος κλειστός να μεταμορφωθεί σε ένα κοινωνικό άνδρα, δεκτικό και χαλαρό. Έχοντας ζήσει όλη τη ζωή του, μόνος.

Αργότερα συνειδητοποίησα την μεγάλη προσπάθεια που έκανε, να ενταχθεί σε ένα club μιας κλειστής ομάδας. Της οικογένειάς του. Κι έτσι όλα ξεκίνησαν από την αρχή. Απέκτησε φίλους καρδιακούς, σαν να ήταν μικρό παιδί, αγαπημένες συνήθειες καθημερινές, σαν να τις είχε από πάντα, αθλητικά ενδιαφέροντα, σαν αιώνιος φίλαθλος, διάθεση «ν’ ανοίγει» κι εκείνος το σπίτι σε πολλούς φίλους και μια νέα ζωή.

Αν έπρεπε να περιγράψω σήμερα τον Μπαμπά μου, θα μπορούσα να πω, πως μοιάζει με ένα μικρό αγόρι. Είναι γκρινιάρης, παρεξηγησιάρης, ακέραιος, χωρίς δεύτερες σκέψεις, αλλά κατά βάθος συναισθηματικός. Η αγαπημένη του φράση είναι: «αν ξαναμιλήσω εγώ..», η οποία πάντα μένει μετέωρη γιατί πάντα μας μιλάει τελικώς, αν και έχει νεύρα με μένα και τη Μαμά μου και, φυσικά, συνηθίζει, κλασικά, να λέει για διάφορα θέματα «όχι εγώ, η Μάνα σου».

Αν και δεν θα τον χαρακτήριζα, λοιπόν, ως τον πιο γλυκό άνδρα του κόσμου- μιας και κατά καιρούς με κάνει έξαλλη με τις χοντράδες του- μπορεί, από την άλλη, να μου κάνει μασάζ για ώρες στις πατούσες μέχρι να μουδιάσουν τα πόδια μου, να κάτσει στην ουρά σε όλες τις Δημόσιες Υπηρεσίες για χάρη μου, να μου φτιάξει οτιδήποτε χαλάει στο σπίτι μου –ολίγον τσαπατσούλικα- και το βασικότερο, μπορεί να με κάνει να νιώσω ασφαλής. Γνωρίζω πως για οτιδήποτε χρειαστώ, πλέον, θα είναι δίπλα μου. Δεν χρειάζεται πια, να φορέσω «τα καλά» μου και να τον ζήσω μόνο το καλοκαίρι.

Επιπλέον, ζώντας μακριά και κοντά από τον Μπαμπά μου, ως γεγονός, έχει επηρεάσει τον τρόπο που αντιμετωπίζω τις σχέσεις μου με το ανδρικό φύλο. Για να το υπεραπλουστεύσω, αρκεί να αναφέρω ένα αστείο παράδειγμα. Ο Μπαμπάς μου χόρευε, από πάντα, με έναν ιδιαίτερα κωμικό τρόπο, που παλιότερα με ενοχλούσε και θα μπορούσε να με οδηγήσει σε μετανάστευση. Τώρα πια, μετά από χρόνια, τον χορευτικό οίστρο του, τον βρίσκω απίστευτα διασκεδαστικό. Αυτή, όμως η παιδική εμμονή μου, με οδήγησε στο να ταράζομαι με την ιδέα της συναισθηματικής συναναστροφής με άνδρες, που χορεύουν ωσάν κατσίκια.

Αλλά για να το σοβαρέψουμε λίγο το θεματάκι μου, αξίζει ν’ αναφέρω, πως λόγω της μακροχρόνιας απουσίας του Μπαμπά μου, έχω μάθει από μικρή πως οι άνδρες ενδέχεται να φεύγουν, αλλά και να επιστρέφουν. Να είναι παρόντες και την ίδια στιγμή απόντες. Και, φυσικά, δεν είμαι η μόνη γυναίκα, που λειτουργεί με βάση αυτό που έχει βιώσει και καταγράψει στον «σκληρό δίσκο» της. Όμως, είναι σίγουρο πως έχει έρθει, πλέον η στιγμή να κάνω ένα γερό update, το οποίο θα αντικαταστήσει την παλαιότερη έκδοση λογισμικού μου, με μια νεότερη έκδοση, πιο προηγμένη, που θα εξαφανίσει τα φαντάσματα του παρελθόντος.

Ο Μπαμπάς μου, αν και δεν ήταν, δυστυχώς, κοντά μας καθώς μεγαλώναμε και, ενδεχομένως, να τον είχαμε ανάγκη, παρατηρώ, όμως, με ευτυχία το πόσο κοντά είναι, ως ένας εξαιρετικά γλυκός πάππους, στον εγγόνο του. Είναι μοναδικό συναίσθημα αυτό που νιώθω, όταν τον βλέπω να μιλά για εκείνον, καθώς τα μάτια του πλημμυρίζουν δάκρυα συγκίνησης. Και έτσι απλά… τον αγαπώ. Αυτός είναι ο Μπαμπάς μου!