Ένα μικρό παραμύθι γι’ αυτούς που ονειρεύονται και πραγματοποιούν.

«ΝΙΚΗ, Η ΟΝΕΙΡΕΝΙΑ»

Μια φορά και ένα καιρό ήταν ένα όνειρο.

Τι όνειρο δηλαδή… μία μικρή, μικρούτσικη Ονειρένια ήταν, που την έλεγαν Νίκη.

Ήταν ντυμένη με ένα όμορφο φόρεμα σαν σύννεφο και είχε μακριά μαλλιά πλεγμένα σε κοτσίδες…

Κάθε πρωί, λοιπόν, η Νίκη ξυπνούσε με δυσκολία, όπως όλοι οι φίλοι της, έτρωγε με λαιμαργία το πρωινό της και πήγαινε με βαριά καρδιά στο σχολείο.

Εκεί, η δασκάλα της η κυρία Νύστα μάζευε όλα τα Ονειράκια και τους δίδασκε τα πιο σημαντικά μαθήματα.

Τα μαθήματα της ημέρας στο Ονειροσχολείο ήταν τα παρακάτω:

«Ύπνος- ανάσκελα και μπρούμυτα», «Ύπνος με ή χωρίς μαξιλάρι», «Χασμουρητό», «Αναπνοή χωρίς ροχαλητό», ακόμη και «Φιλοσοφία και ερμηνεία των ονείρων», ένα μάθημα που μόνο οι πολύ διαβασμένοι μπορούσαν να καταλάβουν .

Άλλωστε, ένας πολύ σπουδαίος κύριος, που ήταν σοφός και αναλυτής της ψυχής, ο Φρόυντ, είχε πει πως «τα όνειρα, είναι οι απωθημένες επιθυμίες» μας.

Και όπως έλεγε και η δασκάλα, η κυρία Νύστα, αυτή ήταν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα φιλοσοφική σκέψη. Η Νίκη, η Ονειρένια, δυσκολευόταν να καταλάβει αυτή την φράση.

Ήθελε να ρωτήσει την κυρία Νύστα, τι είναι οι «απωθημένες επιθυμίες» αλλά πολύ ντρεπόταν να το κάνει.

Μια φορά όμως, κοίταξε στα κρυφά τις σημειώσεις του διπλανού της του Χρίστου, του Ονειροφευγάτου και έμαθε πως «απωθημένες» είναι οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες.

Όπως είναι, δηλαδή, να ονειρεύεσαι ότι τρως ένα τεράστιο παγωτό, που τελικά δεν το έφαγες ποτέ. Κάπως έτσι τα εννοούσε αυτός ο Φρόυντ.

Οι μέρες στην Ονειρούπολη περνούσαν ήσυχα. Οι εποχές άλλαζαν, η μέρα γινόταν νύχτα και ο χειμώνας, καλοκαίρι.

Σήμερα όμως φαινόταν από την αρχή πως θα ήταν μια διαφορετική μέρα.

Ένας νέος μαθητής είχε έρθει στην τάξη και από τις πρώτες του κουβέντες είχαν φανεί οι διαθέσεις του.

Τον έλεγαν Βασιλάκη Ξύπνιο και μάλλον ήθελε, λόγω, ονόματος να το παίξει πολύ ξύπνιος.

Η Νίκη, η Ονειρένια, δεν πτοήθηκε. Σχεδόν δεν έδωσε σημασία στον καινούριο μαθητή.

Σκέφτηκε, άλλωστε, πως αυτός ο σοφός Φρόυντ είχε γράψει ολόκληρο βιβλίο γι’ αυτήν και τα όνειρα, ενώ για τον Ξύπνιο υπήρχε μόνο μια παροιμία που είχε ακούσει από τη γιαγιά της , για ένα «έξυπνο πουλί που από τη μύτη πιάνεται».

Κάτι που της φαινόταν, πως δεν ήταν και πολύ καλό. Αν, λοιπόν, τα έβαζες αυτά τα δύο σε μια ζυγαριά, σίγουρα εκείνη νικούσε τον Βασιλάκη, τον Ξύπνιο.

Κι έτσι ξημέρωσε η Δευτέρα. Η κυρία Νύστα ξεκίνησε το μάθημα. «Ποιος θα μας πει, τι είδε χθες στο όνειρο του;» ρώτησε. Οι συμμαθητές άρχισαν να κουνούν τα χέρια τους επίμονα.

Ακόμα και ο Βασιλάκης ο Ξύπνιος φώναζε δυνατά, πως δεν είχε κοιμηθεί γιατί δεν τον έπαιρνε ο ύπνος. Όλοι φαινόταν ξεκάθαρα πως είχαν κάτι να πουν.

Όλοι έκτος από τη Νίκη, την Ονειρένια, που απλά δεν θυμόταν καθόλου τι είχε δει.

Έσφιξε τα μάτια της και σκέφτηκε… σκέφτηκε και ξανασκέφτηκε, αλλά τίποτα. Η κυρία Νύστα, της κοίταξε για λίγο ερευνητικά και μετά είπε: «Νίκη, εσύ τι είδες χθες το βράδυ;»

«Δεν θυμάμαι να είδα κάτι, κυρία» απάντησε με ειλικρίνεια η Ονειρένια.Και τότε η τάξη ξέσπασε σε γέλια.

Η Νίκη, η Ονειρένια , ένοιωσε να ζαλίζεται. Αισθάνθηκε τη γη να φεύγει κάτω από τα ποδιά της…Ήθελε εκείνη τη στιγμή να εξαφανιστεί.Ίσως και να επιζητούσε τη μαμά της.

Τι ακριβώς, όμως, της συνέβαινε; Ήταν ένα Όνειρο που, όμως, δεν θυμόταν τι ακριβώς περιείχε.

Τι μεγάλη ντροπή ήταν αυτή. Πως γινόταν αυτό;Είχε δει ή δεν είχε δει κάτι στον ύπνο της;Είχε δει κάτι τρομακτικό ή κάτι που της προκάλεσε χαρά;

Κι όμως κάτι πρέπει να είχε δει, αλλά, όσο κι αν προσπαθούσε , δεν θυμόταν τίποτα. Κατέληξε εκείνη τη στιγμή, πως αυτή ήταν σίγουρα η χειρότερη μέρα της ζωής της.

Οι υπόλοιποι μαθητές στην τάξη είχαν δει βουνά, λαγκάδια, ταξίδια, μονόκερους, έρωτες, βασιλοπούλες, μακαρόνια με κιμά, δράκους, ξωτικά, θαλάσσια τέρατα, ενώ εκείνη… ζούσε στο απόλυτο κενό.

Πόσο ζήλευε τη μνήμη των άλλων, πόσο ζήλευε την αγωνία τους να εξιστορήσουν στην τάξη τις χαρές, τις λύπες και τους φόβους τους.

Ήταν, λοιπόν, η Νίκη, μία Ονειρένια, χωρίς όνειρο…Κι ενώ ήταν αφηρημένη , χαμένη στις σκέψεις της, ο Βασιλάκης, ο Ξύπνιος ξαφνικά την σκούντηξε και της έκλεισε το μάτι.

«Έχω να σου πω κάτι στο διάλειμμα Νίκη» της είπε, «κάτι σημαντικό».

Η Νίκη, η Ονειρένια, σκέφτηκε εκείνη τη στιγμή, ότι μόνο αυτός ο Ξύπνιος της έλειπε. Θα προτιμούσε να βρει ένα τρόπο να τον αποφύγει. Η ώρα, δυστυχώς, πέρασε γρήγορα. Το κουδούνι χτύπησε και η Ονειρένια δεν σηκώθηκε από τη θέση της .

Ήταν σίγουρη, πλέον, πως το μόνο που ήθελε ήταν κάποιον, να την ξυπνήσει από τον εφιάλτη που ζούσε.

Τότε, ο Ξύπνιος την πλησίασε. «Μη στενοχωριέσαι Νίκη» της είπε…Η Ονειρένια είχε, πλέον, σκύψει το κεφάλι. «Κι εγώ το έχω ζήσει αυτό που ζεις», χαμογέλασε ο Ξύπνιος.

«Τώρα πια ξέρω…. Δεν θυμάσαι τα όνειρα σου, γιατί απλά δεν χρειάζεται.

«Η ζωή σου, στην κάθε της μέρα, είναι πολύ πιο σημαντική από τα όνειρα που βλέπουμε όλοι το βράδυ.

Εσύ δεν ζεις όταν κλείνεις τα μάτια σου, αλλά όταν τα ανοίγεις και απολαμβάνεις την κάθε στιγμή. Άλλωστε, αυτά τα όνειρα έχουν πιο μεγάλη σημασία. Αυτά, δηλαδή, που ονειρευόμαστε με τα μάτια ανοιχτά!»

«Για να ξέρεις κι εγώ ήμουν κάποτε ένα μικρό Ονειράκι. Μάλιστα το όνομά μου ήταν «Βασιλάκης, ο Νυσταγμένος». Τώρα πια, όμως, μεγάλωσα. Και έμαθα πως μόνο εμείς μπορούμε να πραγματοποιήσουμε τα όνειρά μας.

Εσύ και εγώ είμαστε ένα. Είμαστε ακριβώς το ίδιο. Μπορείς κι εσύ να ζήσεις όλα τα όνειρά σου. Και πρέπει να γνωρίζεις ότι είσαι πολύ τυχερή γι’ αυτό».

Η Νίκη, η Ονειρένια, ένιωθε ζαλισμένη. Δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Κοίταξε ψηλά τον ουρανό και κατάλαβε.

Ότι ήθελε, ότι αγαπούσε ήταν κάπου εκεί, έτοιμο να το κατακτήσει. Απλά, πλέον, θα ονειρευόταν με ανοιχτά μάτια. Και θα ζούσε, όλα όσα είχε ονειρευτεί.

Φαίνεται ότι μπορούσε, τελικά, να πραγματοποιήσει όλα όσα επιθυμούσε, αρκεί να τα ονειρευόταν, να προσπαθούσε γι’ αυτά και σίγουρα θα τα κατάφερνε.

Ονειρεύτηκε, τότε, τον εαυτό της βραβευμένη πιανίστα, χορεύτρια, ζωγράφο, γιατρό, δασκάλα, δημοσιογράφο, αθλήτρια, εξερευνήτρια, αρχαιολόγο, διάσημη επιστήμονα. Κάτι από όλα αυτά θα το πραγματοποιούσε σίγουρα.

Αμέσως μετά ονειρεύτηκε ένα τεράστιο παγωτό! Ο Βασιλάκης, ο Ξύπνιος, παραδέχτηκε ότι και αυτός το ίδιο ονειρευόταν.

Οι δύο φίλοι έτρεξαν αμέσως στο ψυγείο και έκαναν το όνειρο τους πραγματικότητα! Δύο τεράστια απολαυστικά παγωτά έλιωναν σε λίγο στα χέρια τους, κάτω από το ζεστό ήλιο…

Τα χρόνια πέρασαν και η Νίκη, η Ονειρένια έγινε μια σπουδαία ζωγράφος. Πίνακες της υπήρχαν στα σημαντικότερα μουσεία της γης.

Η ιστορία της έγινε γνώστη σε ολόκληρο τον κόσμο και όλοι οι γονείς λίγο πριν κοιμίσουν τα παιδιά τους το βράδυ, τους έλεγαν αυτό το μικρό παραμύθι: «αρκεί να προσπαθήσεις σαν την Νίκη την Ονειρένια και όλα τα όνειρα σου θα βγουν αληθινά».

Κι έτσι η Νίκη η Ονειρένια, έζησε καλά κι εμείς καλύτερα.

Ένα μικρό παραμύθι γι’ αυτούς που τολμούν.

Όταν ήμουν μικρή μου άρεσε να φτιάχνω ιστορίες για μεγάλους. Τώρα πια που μεγάλωσα και έγινα μια almost40something, με ταξιδεύει το να γράφω παραμύθια. Δεν είμαι, βέβαια, απολύτως σίγουρη ότι απευθύνονται μόνο σε μικρά παιδιά. Ίσως να τα γράφω γιατί απευθύνονται και σε μεγάλα παιδιά. Ίσως, τελικώς, μέσα από αυτά να μιλάω για όλα αυτά που σκέφτομαι, που θα ήθελα να πω αλλά δεν μπόρεσα, που θα ήθελα να ζήσω. Και, επομένως, όλο αυτό να συμβαίνει, γιατί πολύ απλά έχουμε συνηθίσει από τα παλιά τα χρόνια, όλες οι ιστορίες που μας αφηγούνταν να έχουν happy end. Έτσι και οι δικές μου. Κλείνουν πάντα με ένα χαμόγελο. Γιατί, παρά τις όποιες δυσκολίες, έτσι επιθυμώ τη ζωή μου.

Καλή σας ανάγνωση…

«ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΖΑΛΑΔΑΣ»

Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στον παγκόσμιο χάρτη, υπήρχε μια μακρινή, αλλά μικρούτσικη χώρα στη μέση του πουθενά.


Μια χώρα που έμοιαζε με πολλές άλλες μεγαλύτερες, αλλά ταυτόχρονα δεν θύμιζε και καμία άλλη.


Οι κάτοικοι της, όπως όλοι οι άνθρωποι του κόσμου γεννιούνταν και μεγάλωναν, παντρεύονταν και έκαναν με τη σειρά τους κι εκείνοι παιδιά.Όλα έμοιαζαν φυσιολογικά…

Είχε σπίτια, δάση, ποτάμια, δρόμους.
Σχεδόν τίποτα δεν ήταν παράξενο.Εκτός από κάτι.

Εκεί στο λόφο, το μνημείο της χώρας δεν ήταν ούτε ο θαυμαστός Παρθενώνας, ούτε ο πανύψηλος πύργος του Άιφελ, ούτε το επιβλητικό άγαλμα της Ελευθερίας, ούτε καν το μεγαλειώδες Κολοσσαίο.

Δεν ήταν το άγαλμα κάποιου σπουδαίου ατρόμητου στρατηγού, όπου κατέθεταν στεφάνια στις εθνικές επετείους, σε ένδειξη σεβασμού.

Ήταν απλά ένα τεράστιο, κάποτε πολύχρωμο, σιωπηλό Καρουσέλ. Ένα Καρουσέλ, που βρισκόταν στο πιο ψηλό σημείο της πόλης και στεκόταν μόνο του σαν να ήταν στοιχειωμένο.

Μπροστά σε αυτόν τον ακίνητο, σκουριασμένο γίγαντα βρισκόταν καρφωμένη στο χώμα, μόνο μια μικρή ξύλινη, φθαρμένη από το χρόνο, πινακίδα που έγραφε:

«Κάποτε υπήρξαν τολμηροί. Μπορείς να ψάξεις και να τους βρεις». Κανείς, όμως, και ποτέ δεν έψαξε… Απλά κοιτούσε με δέος το παράξενο αυτό μνημείο.

Κάθε Χριστούγεννα τα παιδιά της χώρας στόλιζαν το Καρουσέλ με λουλούδια και αυτή ήταν και η μοναδική στιγμή του χρόνου που τα χρωματιστά αλογάκια του δεν ήταν μόνα του πάνω στο λόφο.

Τις επόμενες μέρες του χρόνου κανένας κάτοικος της «χώρας της ζαλάδας» δεν το πλησίαζε. Από φόβο, από αγωνία ή απλά, επειδή έτσι έπρεπε. Έτσι είχαν μάθει.

Το Καρουσέλ, άλλωστε, δεν συμβόλιζε την ανεμελιά και το παιχνίδι για εκείνους, αλλά τη συνεχιζόμενη ζαλάδα που ένιωθαν καθημερινά σε κάθε τους βήμα.

Θύμιζε την «κατάρα» που είχε πέσει πάνω στην πόλη, η οποία πλήγωνε τις ζωές όλων. Φυσικά, δεν ήξεραν γιατί συνέβαινε αυτό, αλλά πίστευαν πως δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι για να το αλλάξουν.
 Άλλωστε, ένας φρικτός μύθος έλεγε, πως η «χώρα της ζαλάδας» ήταν στοιχειωμένη.


Και η ζωή τους στη χώρα αυτή, όπως ήταν φυσικό, δεν ήταν ότι πιο εύκολο μπορούσε να φανταστεί κάποιος, μιας και τα πάντα στριφογύριζαν σε χαμηλή ταχύτητα σαν να βρίσκονταν όλοι συνεχώς πάνω σε ένα καράβι.

Όταν όμως βρίσκονταν σε συναισθηματική ένταση, τα πράγματα δυσκόλευαν περισσότερο και όλα γύρω έμοιαζαν με θαλασσοταραχή, που όμοιά της δεν είχε βιώσει ούτε ο ίδιος ο Οδυσσέας, στα είκοσι χρόνια που περιπλανήθηκε στις θάλασσες.

Οι κάτοικοι της «χώρας της ζαλάδας» μόλις ξεκινούσε η «τρικυμία», κατάπιναν αμέσως μία μικρή θεραπευτική καραμέλα, ανακάλυψη ενός σπουδαίου επιστήμονα, που τους είχε κάποτε επισκεφτεί. Έτσι, τα πάντα ηρεμούσαν προσωρινά.

Είναι λογικό πως οι ιστορίες και οι θρύλοι δεν σταματούσαν ποτέ.Κάποιοι, πολλοί μεγαλύτεροι σε ηλικία, είχαν ακούσει από τους γονείς τους, όταν τους κοίμιζαν, να λένε ένα παραμύθι για δύο νέα παιδιά που είχαν ερωτευτεί πριν πολλά-πολλά χρόνια, όταν ένας κακός μάγος ζήλεψε την ευτυχία τους και καταράστηκε με τα πιο δυνατά, απαίσια ξόρκια, τη χώρα για πάντα.

Για πάντα, μέχρι τα φετινά Χριστούγεννα. Αυτά τα Χριστούγεννα, μετά την καθιερωμένη γιορτή στο Καρουσέλ, δύο παιδιά του σχολείου, ο Έκτορας και η Έρη, ένα κορίτσι και ένα αγόρι, αποφάσισαν να μη γυρίσουν στα σπίτια τους αμέσως και να «ψάξουν τους τολμηρούς», όπως έγραφε η πινακίδα στο Καρουσέλ.

Το σκέφτονταν από καιρό. Κάτι όμως τους σταματούσε. Είχαν, άλλωστε, ακούσει το τρομακτικό παραμύθι και εκείνοι. Επίσης, είχε χρειαστεί να καταπιούν στη ζωή τους πολλές φορές θεραπευτικές καραμέλες για τη ζαλάδα, καθώς πλησίαζαν το Καρουσέλ, για να το θαυμάσουν από κοντά, στα κρυφά. Αυτό ήταν, άλλωστε, ότι πιο τολμηρό είχαν κάνει μέχρι τότε. Μέχρι εκείνη τη μέρα…

Έτσι, λοιπόν, ξεκίνησε το ταξίδι του Έκτορα και της Έρης προς το δάσος.Ένα μεγάλο ταξίδι, σε μια μικρή χώρα. Τα δύο παιδιά περπάτησαν πολύ. Κουράστηκαν ακόμη περισσότερο. Και τότε άρχισαν να φοβούνται.

Το φως άρχισε σιγά-σιγά να πέφτει και εκείνα πλέον βρίσκονταν βαθιά μέσα στην πυκνή βλάστηση. Δεν ήξεραν, φυσικά, τι ακριβώς έψαχναν και πως ακριβώς θα ήταν αυτοί οι περιβόητοι «τολμηροί».

Κοντοστάθηκαν. Σκέφτηκαν για λίγο να γυρίσουν πίσω. Το κορίτσι άρχισε να κλαίει.Ο Έκτορας αγκάλιασε την Έρη και της χάιδεψε το κεφάλι. «Μη κλαις, θα είμαι δίπλα σου. Μαζί θα βρούμε τους τολμηρούς και θα διώξουμε τα μάγια», της είπε και κατάπιε μία ακόμη καραμέλα για τη ζαλάδα, που είχε ήδη ξεκινήσει.

Οι ήχοι της νύχτας άρχισαν να δυναμώνουν. Το θρόισμα των φύλλων, τα βήματα των ζώων, οι φωνές των πουλιών έκαναν αισθητή την παρουσία τους. Το ίδιο αισθητή έκανε και την παρουσία της και η ανθρώπινη απουσία.

Τα δύο παιδιά πιάστηκαν από το χέρι και περπάτησαν για λίγο ακόμη μέσα στο σκοτάδι. Ευτυχώς το φεγγάρι τους χάριζε ένα μικρούτσικο φως. Ένα φως που μπορεί και να τους καθησύχαζε κάπως. Έστω και λίγο. Σύντομα, βρήκαν μπροστά τους ένα βράχο που έμοιαζε έτοιμος να τους προσφέρει προστασία και να τους φιλοξενήσει μέχρι το πρωί.

Το κορίτσι είπε πως φοβάται πολύ. Το αγόρι της αποκρίθηκε πως θα την προσέχει, χωρίς να κλείσει τα μάτια του όλη την νύχτα, αν χρειαζόταν. Κι έτσι πέρασε το σκοτάδι, στην αρχή δύσκολα, με αγωνία και τέλος σιωπηλά.Μόνο οι ήχοι της νύχτας ακούγονταν που και αυτοί έμοιαζε σαν να αποκοιμήθηκαν.

Οι πρώτες ακτίνες του ήλιου διαπέρασαν τις φυλλωσιές των δέντρων. Το κορίτσι ξύπνησε. Τεντώθηκε και κοίταξε ψηλά. Κατάλαβε πως κάπου εκεί το δάσος έπρεπε να τελείωνε.

Χαμογέλασε στον Έκτορα που κοιμόταν ακόμη και του ψιθύρισε στο αυτί: «Ξύπνα, δεν έχουμε φτάσει εκεί που θέλουμε. Δεν έχουμε βρει τους τολμηρούς». Εκείνος άνοιξε τα μάτια του και της χαμογέλασε. «Σε είδα στον ύπνο μου», είπε.

Σηκώθηκαν και οι δύο, τίναξαν τα ρούχα τους και άρχισαν να περπατούν προς το φως. Πίσω από τα δέντρα κάτι άρχιζε να λαμπυρίζει. Το βήμα τους έγινε πιο γοργό.
Ξάφνου φάνηκε μπροστά τους μια τεράστια, υπέροχη, ήρεμη θάλασσα.
Πρώτη φορά στη ζωή τους έβλεπαν κάτι τόσο γαλήνιο.

«Νομίζω πως θ’ αρχίσω πάλι να ζαλίζομαι και δεν έχω μαζί μου άλλες καραμέλες», είπε η Έρη. «Δεν θα ζαλιστείς άλλο, θα σε κρατήσω εγώ», είπε ο Έκτορας.
Και τότε την αγκάλιασε σφιχτά και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο. Για πρώτη φορά.
Κι εκείνη άρχισε να νιώθει ζαλισμένες πεταλουδίτσες να πετούν στο στομάχι της.

Αλλά και εκείνος ένιωσε τις ίδιες πεταλουδίτσες να χορεύουν ζαλισμένα, αλλά δεν το παραδέχτηκε ούτε στον εαυτό του.Εκείνη χαμογέλασε. Δεν ζαλιζόταν, όμως, όπως παλιά. Ζαλιζόταν μόνο από χαρά. Το ίδιο και το αγόρι. Κοίταξαν γύρω τους. Τίποτα δεν κουνιόταν πια. Όλα στη φύση είχαν σταματήσει και τους παρακολουθούσαν. «Δεν ζαλίζομαι πια!», είπε το κορίτσι. «Επιτέλους τα μάγια λύθηκαν!»

Κι έτσι, δύο παιδιά, ένα ταξίδι στο άγνωστο και ένα φιλί, έλυσαν για πάντα τα μάγια τόσων ετών. Ο Έκτορας και η Έρη έψαξαν για τους τολμηρούς και τελικώς τους βρήκαν μέσα τους. Κι έτσι, έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Όταν έρχονται τα πάνω- κάτω, αλλά εσύ εξακολουθείς να βρίσκεις λόγους να χαμογελάς.

Κι εκεί που λες ότι όλα αρχίζουν να παίρνουν μία σειρά, η κατάσταση, ξαφνικά, βγαίνει εκτός ελέγχου κι εσύ αναρωτιέσαι τι είδους τσουνάμι είναι αυτό που σε χτύπησε. Με λίγα λόγια… «Ενός κακού μύρια έπονται», όπως πολύ εύστοχα είχε σχολιάσει και ο Σοφοκλής στο μακρινότατο παρελθόν.

Με αυτά και μ’ εκείνα σκέφτεσαι, λοιπόν, τι μπορεί να φταίει. Ποιος ευθύνεται γι’ αυτήν την αλυσιδωτή κακοτυχία. Αρχίζεις, έτσι, εξετάζοντας όλες τις θεωρίες.

Σε πρώτη φάση, ξεκινάς τις αναλύσεις κρατώντας χαμηλούς τόνους, βασιζόμενη σε ψύχραιμες ορθολογιστικές βάσεις. «Πάει πέρασε. Απλή ατυχία!». Και εκεί που προσπαθείς να κρατήσεις την ψυχραιμία σου, το ένα χτύπημα διαδέχεται το άλλο και το «ήταν μια άτυχη στιγμή» μετουσιώνεται στον εγκέφαλό σου ως «Ή ταν ή επί τας».

Κοινώς, βάζεις κάτω μέχρι και την θεωρία των παιγνίων, που εξετάζει την συμπεριφορά των «παικτών» που ακολουθούν μια στρατηγική αλληλεπίδρασης και τελικώς, καταλήγεις πως τα μαθηματικά δεν βγαίνουν και επιπλέον, είναι πολλές οι συμπτώσεις που λογικό είναι να σε έχουν οδηγήσει στα κάγκελα.

Με λίγα λόγια, πρέπει ν’ αποδεχθείς και το να σπάσεις το πόδι σου στο ίσιωμα και το να χαλάσει ο ηλιακός θερμοσίφωνας και το να «μείνεις» με το αυτοκίνητο, στο μέσο του πουθενά, από δίσκο-πλατό; Για να τα λέμε, δηλαδή, τα πράγματα με το όνομά τους, δεν προκύπτει υπό κανονικές συνθήκες, όλο το τέλος του κόσμου να σε βρίσκει στα καλά καθούμενα.

Στη συνέχεια, λοιπόν, αφήνεις στην άκρη τις επιστήμες και αποφασίζεις να προσεγγίσεις την κατάσταση που βιώνεις μέσω της προσέγγισης της μοίρας, η οποία βρίσκεται, άλλωστε, στο ελληνικό DNA και συγκεκριμένα στο προσκήνιο της ελληνικής μυθολογίας, της φιλοσοφίας και του αρχαίου δράματος.

Φτάνεις, λοιπόν, να αναρωτηθείς πόση δύναμη μπορεί να έχει το πεπρωμένο, το γραφτό, η τύχη, η μοίρα, το μερτικό, το κισμέτ, ή όπως αλλιώς θέλεις να το ονομάσεις. Αυτό, δηλαδή, που είναι καθορισμένο από τη ζωή, το σύμπαν, να γίνει, την κατάλληλη ώρα και στιγμή.

«Το Πεπρωμένο φυγείν αδύνατο», κατά τον Πλάτωνα ή όπως το περιέγραψε και ο Γιώργος Νταλάρας «όλοι έχουμε γραμμένο που το λένε πεπρωμένο και κανένας δεν μπορεί να τ’ αποφύγει». Οπότε τι να συζητάμε; Αυτά είναι λυμένα θέματα από χρόνια και επίσης, χιλιοτραγουδισμένα.

Οπότε, που καταλήγουμε με τα όλα τα γεγονότα που ήταν προδιαγεγραμμένα μας συμβούν; Ότι, δηλαδή, κάθετι ήταν σχεδιασμένο, σε κάθε λεπτομέρεια, από μία ανώτερη δύναμη; Το να ταλαιπωρηθείς μέχρι να βρεις καινούριο σπίτι, να το φτιάξεις, να μετακομίσεις και μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα, να σου το ανοίξουν κάποια «καλόπαιδα» μέρα-μεσημέρι και να σου το κάνουν φύλλο και φτερό. Λογικό δεν ακούγεται, πάντως, όλο αυτό και επιπλέον, δεν κατανοώ τον λόγο που πρέπει να υποστώ αυτό το μαρτύριο.

Και κάπου εκεί, μαζί με τις πολλές συζητήσεις, θα εμφανιστεί στη ζωή σου «το κακό το μάτι». Και από ορθολογίστρια που έχει τις αμφιβολίες της για το θέμα αυτό, καταλήγεις να αναζητάς μανάβικο για να κρεμάσεις πάνω σου σκόρδα. Τι να κάνεις άλλωστε; Και αν και η ορθόδοξη πίστη το αποδέχεται, καθώς πληροφορήθηκες κι ενώ εσύ στο παρελθόν, καθόλου, τώρα πλέον κυκλοφορείς ζωσμένη με χάντρες και λες τρεις φορές, συχνά- πυκνά, το «Πάτερ ημών», έτσι για να είσαι καλυμμένη.

Ως εκ τούτου και εντελώς, απρόσμενα, ανάμεσα στα καταχωρημένα τηλέφωνα στην ατζέντα σου, με τα πιο ζουμερά σουβλάκια της γειτονιάς, τον υδραυλικό και τον ηλεκτρολόγο, τοποθετείς τον πιο έμπειρο γνωστό σου στο ξεμάτιασμα. Φυσικά έχεις και μερικούς εφεδρικούς. Αν δεν πιάσει η διαδικασία από τον πρώτο «ξεματιαστή», προσεγγίζεις τον δεύτερο κτλ.

Όμως, από όλο αυτό φαίνεται να δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Επιπλέον, αν για οποιοδήποτε κακό σου συμβαίνει, φταίει το φθονερό μάτι κάποιου, για ποιο λόγο τότε, αντιστοίχως, για οποιοδήποτε καλό σου προκύπτει, δεν ευθύνονται και πάλι οι υπόλοιποι που, ενδεχομένως, χαίρονται για εσένα;

Εκτός, βέβαια, αν πιστεύουμε πως για όλα τα δεινά που μας έρχονται, ευθύνονται άλλοι, ενώ για τα όμορφα βιώματα μας, μόνο εμείς. Αυτό μου θυμίζει αρκετά μια παιδιάστικη στάση που όλοι έχουμε υιοθετήσει κάποια στιγμή στη ζωή μας: «Δεν φταίω εγώ, ο άλλος το έκανε».

Αν αποδεχθώ, όμως, πως ο απέναντι μου έχει όλες αυτές τις υπερδυνάμεις να διαμορφώνει τη δική μου ζωή, εγώ ποιόν ακριβώς ρόλο έχω αποφασίσει να παίξω; Αυτόν του κομπάρσου; Εκείνου που παρακολουθεί το ντόμινο των εξελίξεων;

Μήπως, τελικώς, ήρθε η ώρα να σταματήσουμε τα σενάρια συνομωσίας για ότι μας συμβαίνει και να τροποποιήσουμε το σενάριο της ζωής μας, κάνοντας την να μοιάζει λιγότερο με Αρχαία Τραγωδία. Άσε που θα γλυτώσουμε από την ψυχολογική φθορά που προκύπτει, καθώς αναζητούμε τον ένοχο που «γκαντέμιασε» την καμινάδα που καπνίζει  στο σαλόνι μας και έχει μετατρέψει το σπίτι σε τεκέ.

Ας αντιμετωπίσουμε τη ζωή μας, λοιπόν, κάπως πιο χαλαρά. Δεν γνωρίζω αν κάθε ανθρώπινη ύπαρξη έρχεται άσκοπα στη γη, ή αντίθετα, έρχεται για να εκπληρώσει ένα σκοπό, μια αποστολή. Σε κάθε περίπτωση, εγώ έχω σκοπό να χαρώ την ζωή που μου έτυχε, με αυτόν και αυτούς που με κάνουν να χαμογελούν. Μπορεί να μου «’φαγαν όλα τα δαχτυλίδια», αλλά στα σανίδια δεν θα κοιμάμαι. Θα έχω για μαξιλάρι το δικό του χέρι.

Κι επειδή πολύς λόγος έγινε για την «μοίρα», η λέξη, λοιπόν, προέρχεται από το αρχαίο ρήμα «μείρομαι» που σημαίνει μοιράζω. Επομένως, αυτό είναι το «μερίδιο» μας, το κομμάτι που παίρνει ο καθένας μας από τη μοιρασιά του συνόλου της ανθρωπότητας. Σκέφτομαι, πως μαζί με το κομμάτι από το σύνολο της ανθρωπότητας, δεν θα πω όχι φυσικά και σε ένα αφράτο κομμάτι από το σύνολο του επόμενου ΤΖΟΚΕΡ. Και φυσικά, ότι και να γίνει, είτε υπάρχει προκαθορισμένο μέλλον, είτε όχι, θα συνεχίζω να φοράω και ένα «ματάκι». Έτσι, για καλό και για κακό…